῾Η ὕπαρξι τῶν ἁγίων

῾Η ὕπαρξι τῶν ἁγίων κατὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη

 

Διονυσίου ᾿Ανατολικιώτου

δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,

πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

 

Γιὰ κάποιον ποὺ εἶναι συνειδητὸς χριστιανὸς καὶ ἀνήκει «ἐκ βρέφους» στὴν ᾽Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία τὸ ἐρώτημα «ἂν ὑπάρχουν ἅγιοι στὴν μετὰ Χριστὸν ἐκκλησία» φαντάζει ἁπλοϊκὸ ἢ ἴσως ἀκόμη καὶ «χαζούλικο»!  ῾Η κατάφασι (= θετικὴ ἀπάντησι) εἶναι δεδομένη καὶ αὐτονόητη. ᾽Εὰν ὅμως μεταφερθοῦμε ἐκτὸς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας ἢ ἐὰν ῥωτήσουμε κάποιον ποὺ δὲν εἶναι καὶ τόσο συνειδητὸς χριστιανὸς οὔτε κατηρτισμένος στὰ θέματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, τότε τὰ πράγματα ἀλλάζουν δραματικά!

Στὴν ἐποχή μας ἡ ἐκκοσμίκευσι κάνει θραῦσι ἐντὸς τῆς ᾽Εκκλησίας, ἡ δὲ ἔντεχνη προπαγάνδα τῆς ἀπιστίας, τῆς ἀθεΐας, τῆς αἱρέσεως ἢ τῆς ἑτεροδοξίας εἰσβάλλει καθημερινῶς σὲ κάθε ἑλληνικὸ σπίτι μὲ ποικίλες μορφές· ὡς εἴδησι, ὡς τέχνη, ὡς ἐπιστήμη, ὡς θέαμα, ὡς ἄκουσμα, ὡς διαδίκτυο, ὡς φήμη, ὡς βεβαιότητα κλπ..

῎Ισως δὲν ἔχουμε ἀκόμη συνειδητοποιήσει τὸ μέγεθος τοῦ προβλήματος καὶ δὲν θέλουμε ἢ ἀδυνατοῦμε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν δίπλα μας, ἀκόμη καὶ ἐντὸς τοῦ ναοῦ, κατὰ τὴν ὥρα τῆς θείας ἱερουργίας, ἄνθρωποι ποὺ νὰ παρακολουθοῦν μὲ προσοχὴ τὰ τελούμενα, ἀλλὰ νὰ μὴν πιστεύουν στὴν θεότητα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ οὔτε σὲ ἁγίους οὔτε στὴν δύναμι τῆς δεήσεως καὶ τῆς πρεσβείας τῶν ἁγίων κλπ. κλπ..

᾽Ενδεικτικὰ ἀναφέρω ὅτι σὲ μία ἑλληνόγλωσση προτεσταντικὴ ἔκδοσι τοῦ ἔτους 1925 σημειώνονταν τὰ ἑξῆς· «Εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην ἅγιοι καλοῦνται οἱ εἰς Χριστὸν πιστεύοντες καὶ τελείως ἀφιερωμένοι εἰς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς δόξαν αὐτοῦ ζῶντες. Κατὰ τὴν τετάρτην ὅμως μετὰ Χριστὸν ἑκατονταετηρίδα ἤρξατο νὰ ἀποδίδηται εἰς νεκρὰ πρόσωπα, ὧν ἐπεκαλοῦντο τὴν παρὰ τῷ Θεῷ ἐπέμβασιν πρὸς συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν των». (῾Ο τονισμὸς τῶν λέξεων ἡμέτερος.)

Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν προτεσταντικὴ ἔκδοσι λοιπὸν ἅγιοι στὴν Καινὴ Διαθήκη ὀνομάζονται μόνον οἱ ἐν ζωῇ εὑρισκόμενοι πιστοὶ χριστιανοί, ἐνῷ οἱ νεκροὶ ἄρχισαν νὰ ὀνομάζωνται ἅγιοι ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα καὶ μετά.  Αὐτὴ ἡ ἀντίληψι ἐπικρατεῖ λίγο-πολὺ καὶ σήμερα στὸν προτεσταντικὸ χῶρο (μὲ διάφορες παραλλαγές), γι᾽ αὐτὸ δὲν παραδέχονται ἁγίους οὔτε τιμοῦν ἁγίους οὔτε δέχονται τὶς πρεσβεῖες τῶν ἐν οὐρανῷ ἁγίων.  Κάποιες προτεσταντικὲς ὁμάδες δέχονται ὡς ἁγίους μόνον τὰ βιβλικὰ πρόσωπα (κυρίως προφῆτες καὶ ἀποστόλους) καὶ κάποιες πιὸ ἀκραῖες οὔτε κἂν αὐτούς.

῾Υπ᾽ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ὑπάρχουν ἀρκετοὶ «χριστιανοὶ» ποὺ δὲν παραδέχονται τὴν ὕπαρξι τῶν ἁγίων ἢ δὲν κατανοοῦν τί σημαίνει αὐτὸ ἢ θεωροῦν ὅτι μία τέτοια παραδοχὴ εἶναι ἀσυμβίβαστη ἢ καὶ ἐντελῶς ἀντίθετη πρὸς τὴν διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Εἶναι ὅμως ἔτσι τὰ πράγματα; ῍Ας τὰ δοῦμε μὲ τὴν σειρά.

Στὴν Καινὴ Διαθήκη οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ λέγονται «ἄγγελοι Κυρίου» (Μτ 1:20,24· 2:13,19· 28:2· Λκ 1:11· 2:9· Πρξ 5:19· 7:30· 8:26 κλπ.), «ἄγγελοι Θεοῦ» (Μτ 22:30· Ιω 1:52· Πρξ 10:3· 27:23· Γαλ 4:14· Εβρ 1:6), ἀλλὰ καὶ «ἅγιοι ἄγγελοι» (Μτ 25:31· Μρ 8:38· Πρξ 10:22· Απ 14:10).  Αὐτὲς οἱ τρεῖς φράσεις εἶναι ἰσοδύναμες, δηλώνουν καὶ οἱ τρεῖς ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶναι ἁγιασμένα ὄντα.  Οἱ ἄγγελοι φυσικὰ εἶναι πάντοτε ζωντανοὶ καὶ δὲν πεθαίνουν.

Εἶναι ἐπίσης σωστὸ ὅτι οἱ ζῶντες πιστοί, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀρχικὰ ὠνομάζονταν ἅγιοι.  ᾽Επὶ παραδείγματι, ὅταν τὸ θεόπνευστο κείμενο λέει· «πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν» (Πρξ 9:32), ἐννοεῖ φυσικὰ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Λύδδα, ἀναφέρεται στοὺς ζωντανοὺς πιστούς.  Τοῦτο, διότι τὰ πρῶτα χρόνια δὲν ὑπῆρχε ἀκόμη ἡ ὀνομασία χριστιανοί, ἡ ὁποία ἐμφανίστηκε ἀργότερα καὶ ἐπικράτησε.  Γι᾽ αὐτὸ σὲ πάρα πολλὰ χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης ἡ λέξι «ἅγιοι» σημαίνει χριστιανοί.

᾽Ερχόμαστε τώρα στὸ ἐρώτημα· στὴν Καινὴ Διαθήκη ἅγιοι λέγονται μόνον οἱ ζωντανοὶ πιστοί;  Γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος· «καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν, καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη, καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων...» (Μτ 27:52-53).  Νά λοιπὸν ποὺ ὑπάρχουν καὶ «κεκοιμημένοι», δηλαδὴ πεθαμένοι, ἅγιοι!  Καὶ τὸ γράφει ἡ Καινὴ Διαθήκη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεως τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησίας.  Καὶ ἀναφέρεται σὲ ἁγίους ποὺ ἔζησαν πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ πρὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς ἐκκλησίας.

Λέει θεοπνεύστως ὁ ἱερεὺς Ζαχαρίας ὁ πατέρας τοῦ ᾽Ιωάννου τοῦ προδρόμου ὅτι ὁ Θεὸς «ἐλάλησε διὰ στόματος τῶν ἁγίων, τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος προφητῶν αὐτοῦ» (Λκ 1:70).  ᾽Αναφέρεται φυσικὰ στοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι ὅλοι εἶχαν πεθάνει αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὸν Ζαχαρία· αὐτὸ ὅμως δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ τοὺς ἀναγνωρίζῃ καὶ νὰ τοὺς τιμᾷ ὡς ἁγίους καὶ νὰ τὸ διακηρύττῃ μάλιστα σὰν κάτι πολὺ σημαντικὸ καὶ αὐτονόητο γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ὅτι οἱ νεκροὶ προφῆτες εἶναι ἅγιοι καὶ παραμένουν ἅγιοι καὶ μετὰ θάνατον.

Οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λέγονται ἅγιοι καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Καινῆς (Πρξ 3:21· 2Πετ 1:21· 3:2)· λέγονται ἐπίσης καὶ «ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ» (2Πετ 1:21), φράσι ποὺ ἐπίσης ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ «ἅγιοι» (πρβλ. 1Τιμ 6:11).  Μία ἀκόμη λέξι ποὺ χρησιμοποιεῖται συχνὰ στὴν Βίβλο μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἐναρέτου καὶ ἁγίου εἶναι «δίκαιος» (Μτ 1:19· 13:43· 23:35· Μρ 6:20· Λκ 2:25· Ρμ 2:13 κλπ.), π.χ. ὁ δίκαιος ᾽Ιωσήφ, ὁ δίκαιος Συμεών, ὁ δίκαιος ῎Αβελ.

Στὴν ἐποχὴ ποὺ γράφτηκε ἡ Καινὴ Διαθήκη ἡ λέξι «ἅγιος» εἶχε σημασία εὐρύτερη, ἐνίοτε δὲ καὶ λίγο διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι συνηθίζουμε σήμερα, ὅπως εἴδαμε.  Αὐτὸ ποὺ σήμερα δηλώνουμε μὲ τὴν λέξι «ἅγιος» συχνὰ στὴν Βίβλο δηλώνεται μὲ τὴν γενικὴ «τοῦ Κυρίου» ἢ «τοῦ Θεοῦ» ἢ μὲ τὴν φράσι «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ» ἢ μὲ τὴν λέξι «δίκαιος».  ῾Η Βίβλος δὲν γράφτηκε τὸ 2025, ἑπομένως πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νὰ κατανοήσουμε ἢ νὰ ἀποκωδικοποιήσουμε τὸν τρόπο ἐκφράσεως σὲ κείμενα ποὺ γράφτηκαν 2.000 χρόνια πρὶν ἀπὸ σήμερα (τὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης) ἢ 3.000 καὶ 4.000 χρόνια πρίν (τὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης).

Πολλὲς φορὲς τὸ πραγματικὸ πρόβλημά μας εἶναι ὅτι δὲν μελετοῦμε συχνὰ καὶ ἐπισταμένως τὰ ἱερὰ κείμενα τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, δὲν εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μὲ τὸν τρόπο ἐκφράσεώς της (μὲ τὸ «ὕφος» της), ἀλλὰ ἀνοίγουμε τὴν Βίβλο λὲς καὶ εἶναι τὸ παλαιὸ παιδικὸ παιχνίδι «φωτεινὸς παντογνώστης» καὶ περιμένουμε νὰ δοῦμε λέξεις, φράσεις καὶ ἔννοιες τῆς σύγχρονης ἐποχῆς μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐκφραζόμαστε σήμερα.  Αὐτὸ εἶναι τελείως λάθος φυσικά, καὶ αὐτὸ ἐκμεταλλεύονται οἱ ἐχθροὶ τοῦ εὐαγγελίου καὶ τῆς πίστεως, γιὰ νὰ ἐνσπείρουν τεχνηέντως μέσα μας τὴν ἀμφιβολία ἀρχικά, τὴν παρανόησι, τὴν παρερμηνεία καὶ ἐν τέλει τὴν αἵρεσι ἢ τὴν ἀπιστία.  ῾Η μελέτη τῆς Βίβλου θέλει προσοχὴ καὶ ὑπευθυνότητα.

῾Ο ἀπόστολος Πέτρος ἀναφέρεται ἐπίσης στὶς πιστὲς γυναῖκες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὀνομάζοντάς τες ἅγιες (1Πετ 3:5-6)· «οὕτω γάρ ποτε (= κάποτε, στὸν καιρὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης) καὶ αἱ ἅγιαι γυναῖκες αἱ ἐλπίζουσαι ἐπὶ τὸν Θεὸν ἐκόσμουν ἑαυτάς (= στόλιζαν τοὺς ἑαυτούς των), ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ὡς Σάρρα ὑπήκουσε τῷ ᾽Αβραάμ, κύριον αὐτὸν καλοῦσα (= ὀνομάζοντάς τον καὶ ἀναγνωρίζοντάς τον κύριο καὶ ἀφέντη της)». Δὲν νομίζω ἡ Σάρρα νὰ ζοῦσε ἀκόμη στὴν ἐποχὴ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, οὔτε ὁ Πέτρος ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ.!

῾Επομένως εἶναι ψευδέστατος ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι στὴν Καινὴ Διαθήκη ὀνομάζονται ἅγιοι μόνον οἱ ζωντανοὶ πιστοί, ἢ ὅτι νεκρὰ πρόσωπα ὀνομάζονται ἅγια ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα καὶ μετά.  ᾽Αλλὰ μήπως ὀνομάζονται ἅγιοι μόνον οἱ κεκοιμημένοι ἅγιοι τῆς Βίβλου;  Δηλαδὴ μετὰ τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους ἡ ἐκκλησία δὲν διαθέτει ἁγίους;

Γράφει ὁ ἀπόστολος ᾽Ιωάννης στὴν ᾽Αποκάλυψι· «ἐν αὐτῇ αἵματα προφητῶν καὶ ἁγίων εὑρέθη καὶ πάντων τῶν ἐσφαγμένων ἐπὶ τῆς γῆς» (Απ 18:24).  ῾Η ᾽Αποκάλυψις εἶναι βιβλίο προφητικὸ καὶ ἀναφέρεται στὸ μέλλον τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.  Τὰ «αἵματα τῶν ἁγίων» καὶ μάλιστα «πάντων τῶν ἐσφαγμένων ἐπὶ τῆς γῆς» δηλώνουν ἀναντιρρήτως ὅτι στὸ διηνεκὲς ἡ ἐκκλησία θὰ παράγῃ ἁγίους.  ῾Επομένως ἡ ἐκκλησία διαθέτει ἁγίους καὶ μετὰ τὴν ἀποστολικὴ ἐποχή.

῾Ο ἅγιος ἐν ζωῇ παραμένει ἅγιος καὶ μετὰ θάνατον.  Αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ξέρουν οἱ προτεστάντες καὶ ὅσοι ἄλλοι «χριστιανοὶ» ἀρνοῦνται τοὺς ἁγίους, ἐὰν πραγματικὰ διάβαζαν τὴν Βίβλο καὶ πίστευαν σ᾽ αὐτήν.  Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι οἱ πιστοὶ στὸν Θεὸ καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους παραμένουν ζωντανοί.  «Καὶ Μωϋσῆς ἐμήνυσεν ἐπὶ τῆς βάτου, ὡς λέγει “Κύριον τὸν Θεὸν ᾽Αβραὰμ καὶ τὸν Θεὸν ᾽Ισαὰκ καὶ τὸν Θεὸν ᾽Ιακώβ”. Θεὸς δὲ οὐκ ἔστι νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων· πάντες γὰρ αὐτῷ ζῶσιν» (Λκ 20:37-38).

Οἱ πραγματικὰ πιστοὶ στὸν Χριστὸ ἁγιάζονται ἐν ζωῇ καὶ παραμένουν ἅγιοι καὶ μετὰ θάνατον, διότι δὲν ἐξαφανίζονται ἀλλὰ κληρονομοῦν τὴν αἰώνιο ζωή. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ιω 3:16). 

῾Επομένως τὸ νὰ δεχώμαστε καὶ νὰ τιμᾶμε τοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ τὴν κοίμησί τους, ὅπως κάνουμε στὴν ᾽Ορθόδοξο ᾽Εκκλησία, εἶναι σύμφωνο μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Βίβλου.  Οἱ προτεστάντες καὶ οἱ ὁμοϊδεάτες των μπορεῖ νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι δέχονται καὶ ἀκολουθοῦν μόνον τὴν Βίβλο, ἀποδεικνύεται ὅμως ὅτι στὴν πραγματικότητα οὔτε μελετοῦν τὴν Βίβλο οὔτε τὴν πιστεύουν οὔτε τὴν ἀκολουθοῦν.

 

 

«᾿Εκκλησιολόγος», φύλλο 937, Πάτραι 18/10/2025

 

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο

῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

25 μαρτίου, εὐαγγελισμός (ἀπόστολος)