Εὐαγγ. Κυρ. Σαμαρείτιδος, «Χριστὸς καὶ Σαμαρείτισσα»
Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Σαμαρείτισσα Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰω 4, 5-42 ) Στὸ διάλογο τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Σαμαρείτισσα κανένας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ ὅτι θὰ βρισκόταν ἡ κατάλληλη ὥρα γιὰ τὶς μεγάλες ἀποκαλύψεις σχετικὰ μὲ τὸ Θεό , τὸ μεσσία , καὶ τὴ φύση τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ . Κι ὅμως βρέθηκε, καὶ οἱ ἀποκαλύψεις ἔγιναν. Ἂς τὶς δοῦμε. Ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς μαθητάς του περνῶντας ἀπὸ τὴ Σαμάρεια, σταματάει γιὰ ξεκούραση καὶ γεῦμα στὶς 12 τὸ μεσημέρι δίπλα στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, ἐνῷ παράλληλα στέλνει τοὺς μαθητὰς στὴ διπλανὴ Συχάρ, γιὰ ν’ ἀγοράσουν τρόφιμα. Ὁ τόπος ἐκεῖ ἔρημος. Ἐνῷ καθόταν στὴ σκιὰ κάτω στὸ χῶμα, ἔρχεται ἡ Σαμαρείτισσα μὲ τὴ στάμνα της νὰ γεμίσει νερό. Ὁ καρδιογνώστης θεωρεῖ τὴν παρουσία της σὰν τὴν καταλληλότερη εὐκαιρία νὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν πίστη, καὶ πιάνει κουβέντα μαζί της ἀπὸ κάτι ἁπλό· ζητάει νὰ πιεῖ νερὸ ἀπὸ τὴ στάμνα της. Ἔκπληκτη ἐκείνη ἀπὸ τὴν ἀπρόσμενη παράκληση τοῦ ξένου, τοῦ λέει· — Ἐσεῖς οἱ Ἰουδαῖοι σιχαίνεστ...