῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου
O EYAΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
(25η Μαρτίου)
1. Εἰσαγωγή
«Πανηγύρι τῆς πίστης καὶ τῆς λευτεριᾶς» κατὰ τὸν ποιητὴ ἡ 25η Μαρτίου. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ καλούμεθα νὰ θυμηθοῦμε τοὺς ἀγῶνες ποὺ ἔκαναν οἱ ἡρωϊκοί μᾶς πρόγονοι, γιὰ νὰ ἀποτινάξουν τὴν γιὰ 400 χρόνια σκλαβιὰ τῶν Τούρκων, ἀλλὰ καὶ νὰ συμμετάσχουμε στὸ σπουδαιότερο γεγονὸς ποὺ πραγματοποιήθηκε ποτὲ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία· στὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ (τοῦ 2ου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος) στὰ σπλάχνα τῆς Παναγίας μας.
Κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου, ὁ ἄπειρος Θεὸς («ἀμήτωρ» ἐκ Πατρὸς) γίνεται ἄνθρωπος («ἀπάτωρ» ἐκ μητρός), δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν, ἀλλὰ συγχρόνως παραμένει καὶ αὐτὸ ποὺ ἦταν, δηλαδὴ Θεός. Ὁμοίως καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος γίνεται αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν, δηλαδὴ μητέρα, παραμένοντας συγχρόνως καὶ αὐτὸ ποὺ ἦταν, δηλαδὴ παρθένος. Εἶναι ὄντως ἕνα μεγάλο μυστήριο καὶ ἕνα παράδοξο. Ἀλλὰ εἶναι γνωστὸ ὅτι «ὅπου Θεὸς βούλεται νικᾶται φύσεως τάξις».
Τὸ γεγονὸς προσεγγίζεται ποιητικὰ καὶ θεολογικὰ μὲ τὸ ὡραῖο ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας· «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον καὶ τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ υἱὸς τῆς παρθένου γίνεται, καὶ Γαβριὴλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται· διὸ καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χαῖρε, Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ», ποὺ μεταφράζεται/παραφράζεται ὡς ἑξῆς: «Σήμερον ἀνακεφαλαιώνεται ἡ σωτηρία μας καὶ φανερώνεται τὸ προαιώνιο μυστήριο τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτήν. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται υἱὸς τῆς παρθένου (Μαρίας) καὶ ὁ (ἀρχάγγελος) Γαβριὴλ ἐξαγγέλλει χαρμόσυνα τὴν χάρη αὐτή. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ ἐμεῖς μαζὶ μὲ αὐτὸν ἂς φωνάξουμε δυνατά: Χαῖρε, σὺ ποὺ εἶσαι γεμάτη ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου».
2. Ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάση τοῦ Χριστιανοῦ ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου
Τὸ πρῶτο σημεῖο ποὺ μᾶς ἐπισημαίνει τὸ ἀπολυτίκιο εἶναι τὸ πῶς πρέπει νὰ στεκόμαστε καὶ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου· νὰ τὴν δοῦμε γεμάτη ἀπὸ τὴν χάρη καὶ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὄχι γιατὶ ἀπὸ μόνη της ἀπέκτησε αὐτὴ τὴν ἰδιότητα, ἀλλὰ γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς προσέβλεψε ἐπάνω της καὶ τὴν ἐπισκίασε μὲ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα του.
Γνωρίζουμε ὅτι καὶ πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἶχε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ λόγῳ τῆς ἁγίας ζωῆς της. Ἀπὸ παιδούλα τριῶν ἐτῶν, ποὺ οἱ γονεῖς της τὴν ἀφιέρωσαν στὸν Θεό, ζοῦσε μὲ προσευχὲς καὶ νηστεῖες. Ἔλαβε ὅμως τὴν πληρότητα τῆς χάρης κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό της. Κατὰ τοὺς πατέρες, ἀπηλλάγη τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ὡς νὰ εἶχε λάβει τὸ ἅγιο βάπτισμα, ὅταν ἦρθε ἐπάνω της τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν ἐπισκίασε «δύναμις Ὑψίστου», κατὰ τὸ ρῆμα τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Ἔκτοτε ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ τὴν συνοδεύει σὲ κάθε ἐκδήλωση τῆς ζωῆς της. Γι’ αὐτὸ στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας κρίνεται ἡ ποιότητα τῆς πίστεως τοῦ Χριστιανοῦ: ἀποδοχὴ τῆς Παναγίας ὡς Θεοτόκου καὶ «Κεχαριτωμένης» μητέρας τοῦ Χριστοῦ σημαίνει καὶ ὀρθὴ ἀποδοχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τυχὸν ἀπόρριψη τῆς Θεοτόκου ἢ ὑποβάθμισή της σημαίνει καὶ ἀπόρριψη τῆς «ἐν Χριστῷ» σωτηρίας. Ἡ ἀνεπαρκὴς κατανόηση τοῦ ρόλου καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ σημαίνει καὶ ἀλλοίωση τῆς θείας εἰκόνας του ὡς Θεανθρώπου καὶ σωτῆρος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ καὶ οἱ ἄγγελο, ἀποτελοῦν γιὰ μᾶς πρότυπα σωστῆς σχέσεως μὲ τὴν μητέρα τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ χαρισματικὴ ἀναγνώριση τῆς σχέσεως μὲ τὸν Υἱό της. Ἡ τιμὴ πρὸς ἐκείνη συμπεριλαμβάνει καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἀγγέλους. Κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ ὑμνῳδοῦ, «ἐπὶ σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος…» Αὐτὸ ἐπίσης ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι «φῶς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι οἱ ἄγγελοι».
Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ μᾶς δίδαξε νὰ τὴν προσφωνοῦμε «Κεχαριτωμένη» (διότι τῆς εἶπε «εὖρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ»). Ἔτσι ἡ ζωὴ τῶν ἀγγέλων γίνεται πρότυπο καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ ὅλη τὴν ζωή τους, διότι οἱ ἄγγελοι ἐπιτελοῦν συνεχῶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου στὴν Κυριακὴ προσευχή, ποὺ μᾶς δίδαξε νὰ ἐπιτελοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».
3. Ἡ ἀρετὴ τῆς Παναγίας μας «κατέβασε» τὸν Θεὸ στὴν γῆ
Τὸ δεύτερο σημεῖο τοῦ ἀπολυτικίου, ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Υἱὸς τῆς παρθένου γίνεται, δίνει τὴν αἰτιολογία γιὰ τὴν ὑψηλὴ θέση ποὺ κατέχει ἡ Παναγία στὴν Ἐκκλησία καὶ γιὰ τὴν μεγάλη χάρη τὴν ὁποία ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεό· δι’ αὐτῆς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγινε ἄνθρωπος. Ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ «ἀπ’ αἰῶνος σεσιγημένον μυστήριον». Τὸ μυστήριο ποὺ γνώριζαν οἱ ἄγγελοι «ἐν σιγῇ», ἀλλὰ δὲν ἤξεραν πῶς καὶ πότε θὰ πραγματοποιηθεῖ, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνει γνωστὸ στὶς δαιμονικὲς δυνάμεις.
Ἔτσι ἡ Παναγία μας γίνεται «κλῖμαξ ἐπουράνιος δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεὸς» καὶ «γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν». Ἡ Παναγία μας, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, δανείζει τὴν σάρκα της στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ φέρει τὴν σφραγῖδα τῆς Ἁγίας Μητρός του καὶ συνδέεται ἄρρηκτα μαζί της, ἔτσι ὥστε ἡ Παναγία μας δὲν ἐμφανίζεται ποτὲ χωρισμένη ἀπὸ τὸν Υἱό της. Ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τῆς ἀνάληψή του στοὺς οὐρανούς, φθάνει στὴν κατάσταση τῆς «θεώσεως», δηλαδὴ μετέχει ἔκτοτε στὴν ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ κατάσταση αὐτή, μετὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, θὰ γίνει κτῆμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ποὺ μὲ τὴν ἐπίγεια ζωή τους θὰ ἔχουν εὐαρεστήσει στὸν Θεό.
Μετὰ τὸν εὐαγγελικὸ χαιρετισμὸ τοῦ ἀρχαγγέλου καὶ τὴν θετικὴ ἀπόκριση τῆς Θεοτόκου «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» λαμβάνει χώρα ἡ σύλληψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν γαστέρα τῆς Θεοτόκου. Ἡ συνέργεια Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου (δηλαδὴ τῆς Παναγίας) δημιουργεῖ τὸ μεγάλο θαῦμα τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, καὶ ἔκτοτε ἀρχίζει ἡ κύηση τοῦ Θεανθρώπου.
Τὸ ἔμβρυο «Ἰησοῦς Χριστὸς» παραμένει «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, εἰς πεῖσμα ὅλων ὅσων εἶναι θιασῶτες τῶν ἐκτρώσεων καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ ἔμβρυο δὲν εἶναι ἀκόμα ἄνθρωπος. Οἱ θιασῶτες τῶν ἐκτρώσεων, μὲ ἐπίγνωση ἢ ὄχι, ἀποκαλύπτουν, πέρα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἑνὸς εἰδεχθοῦς φόνου (μίας παιδοκτονίας ἑνὸς ἀνυπεράσπιστου ἐμβρύου ἀπὸ τοὺς γονεῖς του), στὴν ὁποία ὑποκύπτουν, καὶ τὴν ἀθεΐα τῆς ζωῆς τους. Μὲ τὸν τρόπο τους ἀμφισβητοῦν καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸ ὡς σάρκωση τοῦ Θεοῦ σὲ ἐμβρυακὴ κατάσταση, ἀλλὰ καὶ ὑποτιμοῦν τὴν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ μέγιστο δῶρο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἐπιλογὴ τῆς Παρθένου Μαριὰμ ἀπὸ τὸν Θεό, προκειμένου νὰ ὑπηρετήσει τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ του καὶ κατὰ συνέπεια τῆς λύτρωσης τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ τὴν ἁμαρτία, ἔγινε μόνο μὲ κριτήριο τὴν ἀρετή της. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ὡς ἄνθρωπος ὑπῆρξε ὅ,τι ἐκλεκτότερο καὶ ἁγιότερο εἶχε νὰ παρουσιάσει ἡ ἀνθρωπότητα ὅλους τους αἰῶνες. «Τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου» ἦταν κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλ, ἡ ἐμφάνιση στὸν κόσμο τῆς πάναγνης παιδούλας τῆς Ναζαρὲτ Μαριάμ. Ἡ τέλεια ἀρετή της, ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς της, ἦταν ὁ μυστικὸς μαγνήτης ποὺ ἥλκυσε τὴν θεϊκὴ ἀγάπη. Στὸ πρόσωπο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου βρίσκουμε τὴν συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν ὅλη διαδικασία τῆς σωτηρίας, ποὺ ἐνεργεῖ ὁ Θεὸς ὑπὲρ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ταπεινὴ ὑπακοὴ τῆς παρθένου Μαριὰμ στὴν πραγματοποίηση τοῦ θεϊκοῦ θελήματος, ἐκφράζεται μὲ τὸ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λκ. α΄ 38) καὶ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλειῶδες «ναὶ» τοῦ ἀνθρώπου στὴν σάρκωση τοῦ Θεοῦ.
4. Ἡ «ἐξώγαμη» κυοφορία τῆς Παναγίας ἔβαζε τὴν ζωή της σὲ μεγάλο κίνδυνο
Τὴν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡ Παναγία βρίσκεται ἀντιμέτωπη μὲ κάτι ἄγνωστο. Ἡ συγκατάθεσή της στὴν «ἄσπορο κυοφορία» μποροῦσε νὰ ἔχει ὀδυνηρὲς συνέπειες στὴν τιμὴ καὶ στὴν ζωή της ἀκόμα. Διότι ὁ Μωσαϊκὸς νόμος προέβλεπε γιὰ τὶς ἄγαμες μητέρες, ἀφ’ ἑνὸς τὴν διαπόμπευσή τους, ἀφ’ ἑτέρου τὴν θανάτωσή τους διὰ λιθοβολισμοῦ μπροστὰ στὸ κατῶφλι τῆς πατρικῆς τους οἰκίας.
Ἡ Παναγία ὅμως, ὅταν συνειδητοποιεῖ ὅτι αὐτὸ εἶναι θεία κλήση, ἀψηφᾶ τὶς ἀρνητικὲς συνέπειες καὶ ὑποτάσσεται ὁλοπρόθυμα στὸ θεϊκὸ θέλημα. Ἀποδεικνύεται ἔτσι καὶ «δυνάμει» μάρτυς, ὄχι μάρτυς αἵματος, ἀλλὰ μάρτυς συνειδήσεως. Βεβαίως ὁ Θεὸς χρησιμοποιώντας ὡς προκάλυμμα τὸν πιστὸ «μνήστορα Ἰωσήφ», τὴν προστάτευσε ἀπὸ τὴν μοχθηρία τῶν συμπατριωτῶν της. Δὲν παύει ὅμως ἡ Θεοτόκος νὰ συνδυάζει καθαρότητα ψυχῆς καὶ μαρτυρικὸ φρόνημα. Αὐτὸ ἄλλωστε ἐπέδειξε ἡ ἄφατη καρτερία της μπροστὰ στὴν ἄδικη καταδίκη καὶ στὴν διὰ τοῦ Σταυροῦ ὀδυνηρὴ θανάτωση τοῦ Υἱοῦ της.
5. Ἡ διὰ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ «φανέρωση τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου» τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ
Τὸ τρίτο σημεῖο τοῦ ἀπολυτικίου («τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις») φανερώνει τὴν ἐκπλήρωση τῆς προαιώνιας βουλῆς τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὴ ἀρχίζει νὰ ξεδιπλώνεται εὐθὺς μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου. Τὸ προαιώνιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ προέβλεπε τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Οἱ ἅγιοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διδάσκουν ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἐρχόταν στὸν κόσμο ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἐπισημαίνει ὅτι ἡ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ, ἀπαρχὴ τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ ὁ Εὐαγγελισμός, συνιστᾶ τὴν τελευταία φάση τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ θὰ ἐρχόταν στὸν κόσμο, γιὰ νὰ δώσει στὸν ἄνθρωπο ὤθηση πρὸς ἐπίτευξη τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν», ποὺ ἦταν ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Βεβαίως μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων καὶ τὴν ἔξωσή τους ἀπὸ τὸν παράδεισο, ἡ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ ἦταν κατὰ μείζονα λόγο ἀναγκαία γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς ἀνθρωπότητας στὴν σωστὴ τροχιὰ τῆς «κατὰ Θεὸν ζωῆς καὶ θεώσεως».
6. Ὁ Εὐαγγελισμὸς προαναγγέλεται στὸ «πρωτευαγγέλιο τῆς σωτηρίας»
Εἶναι γνωστὸ ὅτι στὴν διήγηση τῆς Γενέσεως (Γεν. γ΄ 15), ποὺ ἀναφέρει τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων καὶ τὶς τιμωρίες ποὺ τοὺς ὑπέβαλε ὁ Θεός, προαναγγέλλεται καὶ ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ ἀπόγονος τῆς γυναικὸς θὰ συντρίψει τὴν κεφαλὴ τοῦ ὄφεως, δηλαδὴ θὰ καταργήσει τὸ κράτος τοῦ διαβόλου, ἐνῷ ὁ διάβολος θὰ χτυπήσει τὴν πτέρνα τοῦ ἀπογόνου της γυναικός, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ (ὑπονοώντας ὅτι θὰ προκαλέσει τὸν διὰ σταυροῦ θάνατόν του). Αὐτὴ ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ὀνομάζεται πρωτευαγγέλιο τῆς σωτηρίας καὶ εἶναι μία πρόρρηση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, διότι στὸν Εὐαγγε-λισμὸ ἔχουμε τὴν γυναῖκα (παρθένο Μαρία) ποὺ γεννᾶ (ἄνευ ἀνδρὸς) ἐκεῖνον (δηλαδὴ τὸν Χριστὸ) ποὺ συντρίβει τὸν διάβολο.
7. Μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸ ἀρχίζει ἡ «ἀνακεφαλαίωση» τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου
Ἕνα τέταρτο σημεῖο, ποὺ μᾶς ἐπισημαίνει τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, εἶναι ὅτι ἡ φανέρωση τῆς προαιώνιας βουλῆς τοῦ Θεοῦ («τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις»), συνιστᾶ τὴν ἀνακεφαλαίωση τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὴν ἐπανένταξή του στὸ ἀρχικὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ «ἁμαρτία», δηλαδὴ ἡ ἀστοχία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιτύχει τὸν σκοπὸ τῆς δημιουργίας του, ἦταν ποὺ χώρισε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἐκτροχίασε ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πορεία τῆς ζωῆς του. Μὲ τὴν σάρκωση τοῦ Χριστοῦ ἐπιτυγχάνεται τώρα ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ ἀνθρώπου στὴν σωστή του τροχιά, δηλαδὴ στὴν πορεία πρὸς τὴν θέωση.
Διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος σαρκώνεται ἐντὸς τῆς Παναγίας κατὰ τὴν στιγμὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, αἴρεται ἡ «ἁμαρτία», ἐπιτυγχάνεται ἡ καταλλαγὴ ἀνθρωπότητας καὶ Θεοῦ καὶ ἀνοίγει ξανὰ ἡ θύρα τοῦ παραδείσου, μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ θείου ἐλέους. Ὁ ἄνθρωπος, χάρις στὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, βιώνει τὴν «ἐν Χριστῷ» σωτηρία του καὶ γίνεται, ἂν τὸ θελήσει, «κατὰ χάριν» τέκνο τοῦ Θεοῦ.
8. Ὅλο τὸ ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεως πραγματοποιεῖται «σήμερον» — «Πραγματικὸς καὶ λειτουργικὸς χρόνος»
Τὸ πέμπτο σημεῖο, ποὺ μᾶς ἐπισημαίνει τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, εἶναι ὅτι ὅλα αὐτὰ πραγματοποιοῦνται «σήμερον», ἐνῷ ὅσα γεγονότα ἔλαβαν χώρα στὸ παρελθὸ, γιὰ τὸν πιστὸ δὲν χάνουν τίποτα ἀπὸ τὴν σύγχρονη ἐπικαιρότητα καὶ βιώνονται ὡς παρόντα. Διότι ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν Ἐκκλησία μετατρέπει τὸ παρελθὸν σὲ ἕνα διαρκὲς παρόν. Ἔτσι ὁ «πραγματικὸς» χρόνος μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετατρέπεται σὲ «λειτουργικὸ» χρόνο, δηλαδὴ σὲ ἕνα διαρκὲς παρόν, τὸ ὁποῖο βιώνεται καὶ σῴζει, ὡς ἐὰν οἱ πιστοὶ ζοῦσαν τὰ γεγονότα τὴν ὥρα ποὺ ἐλάμβαναν χώρα.
Μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λοιπὸν ὅλα τὰ σωτηριώδη γεγονότα τῆς πίστεως βιώνονται ἀπὸ τοὺς πιστοὺς καὶ σώζουν ὡς παρόντα. Ἔτσι στὸν Εὐαγγελισμὸ λέμε «σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον…», στὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ λέμε «σήμερον γεννᾶται ἐκ παρθένου…», στὴν Σταύρωσή του λέμε «σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου». Καὶ ἀφοῦ τὸ σωτηριῶδες γεγονὸς «ἐν Χριστῷ» στὸ παρελθὸν (ὅπως ὁ Εὐαγγελισμός, ἡ Γέννηση, ἡ Βάπτιση, ἡ Σταύρωση κ.λ.π.) γίνεται κάθε φορὰ παρόν, τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται ὁ Χριστιανός, γιὰ νὰ οἰκειοποιηθεῖ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ νὰ βιώσει τὴν σωστική του δύναμη, εἶναι ἡ πίστη. Ἡ ἀπροϋπόθετη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, ἡ αὐτοπαράδοση σὲ Ἐκεῖνον, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν του καὶ ἡ χωρὶς ἀμφιβολίες καὶ ἀμφιταλαντεύσεις ἀναμονὴ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐπαγγελιῶν του εἶναι ποὺ σώζουν τὸν ἄνθρωπο.
10. Ἐπίλογος
Μία τέτοια ἀληθινὴ πίστη θὰ μᾶς κάνει νὰ δοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας μετόχους στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου· θὰ μᾶς κάνει δηλαδὴ νὰ νιώσουμε καὶ ἐμεῖς σαρκωμένο μέσα μας τὸν Θεὸ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸ ἑξῆς θὰ ἐργάζεται μέσα μας, θὰ μᾶς καθαρίζει, θὰ μᾶς παρηγορεῖ καὶ θὰ μᾶς χαριτώνει· ἀμήν.
Χρῆστος Σπ. Χριστοδούλου, Ἀθήνα 2012
Βιβλιογραφία
1. Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη.
2. Ὑμνολογία τῆς Ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
3. «Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου» π. Γεωργ. Δορμπαράκη, ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ «Πειραϊκὴ Ἐκκλησία».