5η Κυριακὴ Λουκᾶ, «Τὸ πήραμε τὸ μήνυμα;»

Τὸ πήραμε τὸ μήνυμα;

5η Κυριακὴ Λουκᾶ, Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα Λκ 16:19-31

 

Διονυσίου Ἀνατολικιώτου

δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,

πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

Εἶπεν ὁ Κύριος· ῎Ανθρωπός τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς.  πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.  ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη.  καὶ ἐν τῷ ᾅδη ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· «Πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ».  εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· «Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν».  εἶπε δέ· «᾿Ερωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου».  λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· «῎Εχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν».  ὁ δὲ εἶπεν· «Οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν».  εἶπε δὲ αὐτῷ· «εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται».

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ

Εἶπε ὁ Κύριος· ῏Ηταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος, ποὺ ντυνόταν μὲ πορφυρὰ καὶ βαμβακερὰ καὶ καθημερινῶς εὐφραινόταν λαμπρά.  ῏Ηταν κι ἕνας φτωχὸς ὀνόματι Λάζαρος, ποὺ ἦταν παραπεταμένος δίπλα στὴν πολυτελῆ πύλη ἐκείνου, γεμᾶτος πληγές, καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ χορτάσῃ ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου· ἐπίσης καὶ οἱ σκύλοι ἔρχονταν καὶ ἔγλειφαν τὶς πληγές του.  Συνέβη νὰ πεθάνῃ ὁ φτωχὸς καὶ νὰ μεταφερθῇ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ᾿Αβραάμ· πέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ θάφτηκε.  Καὶ μὲς στὸν ᾅδη σήκωσε τὰ μάτια του, ἐνῷ βρισκόταν σὲ βασανιστήρια, καὶ βλέπει τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακριὰ καὶ τὸν Λάζαρο στὴν ἀγκαλιά του. Καὶ φώναξε· «Πατέρα μου ᾿Αβραάμ, ἐλέησέ με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ βουτήξῃ τὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου του στὸ νερὸ καὶ νὰ δροσίσῃ τὴν γλῶσσά μου, διότι πονῶ καὶ ὑποφέρω μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν φλόγα».  Καὶ εἶπε ὁ ᾿Αβραάμ· «Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσὺ ἔλαβες τὰ ἀγαθά σου ἐνόσῳ ζοῦσες, καὶ ὁ Λάζαρος παρομοίως (ἔλαβε) τὰ κακά· τώρα λοιπὸν ἐδῶ αὐτὸς χαίρεται, ἐνῷ ἐσὺ πονᾷς καὶ ὑποφέρεις· καὶ πέρα ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ ἀνάμεσα σ᾿ ἐμᾶς κι ἐσᾶς χάσμα μεγάλο παρεμβάλλεται σταθερά, ὥστε ὅσοι θέλουν νὰ διαβοῦν ἀπὸ ἐδῶ πρὸς ἐσᾶς νὰ μὴν μποροῦν, μήτε οἱ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ περνοῦν πρὸς ἐμᾶς».  Καὶ εἶπε· «Σὲ παρακαλῶ τότε, πατέρα, νὰ τὸν στείλῃς στὸ σπιτικὸ τοῦ πατέρα μου –διότι ἔχω πέντε ἀδελφούς–, νὰ τοὺς παράσχῃ τὴν ἀναμφισβήτητη μαρτυρία του, γιὰ νὰ μὴν ἔρθουν κι αὐτοὶ στὸν τόπο τοῦτο τοῦ βασανισμοῦ».  Τοῦ λέει ὁ ᾿Αβραάμ· «῎Εχουν τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες (δηλαδὴ τὰ βιβλία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς)· ἂς τοὺς ἀκούσουν».  ᾿Εκεῖνος εἶπε· «῎Οχι, πατέρα ᾿Αβραάμ, ἀλλὰ ἐὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς νεκροὺς πορευθῇ σ᾿ αὐτούς, θὰ μετανοήσουν».  Τοῦ εἶπε τότε· «᾿Εὰν δὲν ἀκοῦνε τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες (δηλαδὴ τὴν Βίβλο), ἀκόμη κι ἂν ἕνας ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστηθῇ δὲν θὰ πεισθοῦν».

ΣΥΝΤΟΜΑ ΣΧΟΛΙΑ

Εἶπεν ὁ Κύριος· ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ θεάνθρωπος καὶ σωτῆράς μας Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστός, αὐτὸς ποὺ εἶπε· «᾿Εγὼ εἶμαι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ιω 14:6)· καὶ πάλι· «᾿Εγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ περπατᾷ πλέον στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἀποκτήσῃ τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ιω 8:12).  Καὶ ὁ μέγας ᾿Αθανάσιος ᾿Αλεξανδρείας λέει κάπου ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι «αὐτοσοφία, αὐτολόγος, αὐτοδύναμις, αὐτοφῶς, αὐτοαλήθεια, αὐτοδικαιοσύνη, αὐτοαρετή,... τοῦ Πατρὸς Λόγος καὶ σοφία,... αὐτοαγιασμὸς καὶ αὐτοζωὴ καὶ θύρα καὶ ποιμὴν καὶ ὁδός, καὶ βασιλεὺς καὶ ἡγεμὼν καὶ ἐπὶ πᾶσι σωτήρ, καὶ ζωοποιὸς καὶ φῶς, καὶ πρόνοια τῶν πάντων» (Λόγος κατὰ ῾Ελλήνων, §§46-47).  Στὴν παροῦσα εὐαγγελικὴ περικοπὴ τὸ ἀψευδέστατον στόμα τοῦ Κυρίου μᾶς ἀποκαλύπτει μυστήρια τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ μᾶς παραδίδει «ῥήματα ζωῆς αἰωνίου» (Ιω 6:68).

῾Ο πλούσιος τῆς παραβολῆς «ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον». «Πορφύρα» εἶναι τὸ κόκκινο χρῶμα, τὸ πορφυρό, ποὺ παραγόταν ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο θαλάσσιο κοχύλι πορφύρα, καὶ τὸ βάψιμο ὑφασμάτων μὲ αὐτὸ ἦταν δύσκολο, σπάνιο καὶ ἀκριβό.  ῾Ως χρῶμα συμπεριλάμβανε ὅλες τὶς ἀποχρώσεις τοῦ κόκκινου ἢ ἐρυθροῦ, ἀπὸ τὸ πιὸ ἁπαλὸ (ῥὸζ) μέχρι τὸ πιὸ βαθύ (σκοῦρο κόκκινο, βυσσινί, μπορντώ). ῾Η βύσσος ἦταν πολυτελὲς καὶ πολὺ ἀκριβὸ ὕφασμα, σὰν ἕνα εἶδος βαμβακεροῦ ὑφάσματος, ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦσαν κυρίως βασιλεῖς, ἡγεμόνες καὶ μεγιστᾶνες, καὶ τὸ χρῶμά του ἦταν συνήθως τὸ βαθὺ πορφυρό, τὸ βύσσινον. ῾Η φράσι «ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον» ἦταν συνήθης τότε, καὶ ἀντιστοιχεῖ περίπου μὲ αὐτὸ ποὺ λέμε σήμερα «ντύνεται μὲ χρυσάφια καὶ μετάξια»· δηλαδὴ ντυνόταν μὲ πολυτελῆ καὶ πανάκριβα ῥοῦχα ποὺ φοροῦσαν οἱ πολὺ πλούσιοι, κυρίως αὐτοκράτορες (πορφυρογέννητοι), βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες.

«εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς»· κάθε μέρα ὁ πλούσιος ἦταν χαρούμενος, βρισκόταν σὲ εὔθυμη κατάστασι, πανηγύριζε καὶ γλεντοῦσε.  ᾿Εννοεῖται ὅτι ἔκανε κάθε μέρα πλουσιοπάροχα συμπόσια μὲ μουσικὲς καὶ διασκεδάσεις καὶ πλῆθος φαγητῶν.

«πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος»· ἀμέσως μόλις ἀναφέρεται στὸν φτωχὸ καὶ ἄρρωστο καὶ δυστυχῆ ἄνθρωπο, μᾶς λέει καὶ τὸ ὄνομά του· Λάζαρος· ἐνῷ σὲ ὅλη τὴν παραβολὴ τὸ ὄνομα τοῦ πλουσίου δὲν ἀναφέρεται πουθενά.  Συνήθεια τῆς ῾Αγίας Γραφῆς νὰ ἀποσιωπᾷ τὰ ὀνόματα τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἀσεβῶν, ἐνῷ ἀναφέρει τὰ ὀνόματα τῶν πιστῶν στὸν Θεό, τῶν εὐσεβῶν καὶ δικαίων καὶ ἁγίων, γιὰ νὰ τοὺς γνωρίζουν καὶ νὰ τοὺς θυμοῦνται καὶ νὰ τοὺς τιμοῦν αἰωνίως, σύμφωνα καὶ μὲ τὸ ψαλμικὸ ῥητὸ «εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος» (Ψ 111:6).  ᾿Εξαίρεσι γίνεται μόνον γιὰ ἀσεβεῖς ποὺ εἶναι ἱστορικὰ πρόσωπα καὶ ἔχουν τὸν ῥόλο τῆς σημερινῆς χρονολογίας, ὅπως βασιλεῖς, ἡγεμόνες, τοπικοὶ ἡγέτες· τότε ἀναφέρεται τὸ ὄνομά τους γιὰ νὰ μπορῇ νὰ πιστοποιηθῇ ἡ ἀλήθεια τῆς διηγήσεως.  Οἱ ὑπόλοιποι ἀσεβεῖς δὲν χάνουν μόνον τὴν ψυχή τους, ἀλλὰ ἐξαφανίζεται ἀπὸ τὴν γῆ κάθε ἀνάμνησι τῆς ὑπάρξεώς των, ἀφοῦ τὰ ὅποια ἔργα τους εἶναι πρόσκαιρα καὶ μάταια καὶ ὑπόκεινται στὴν φθορὰ τοῦ χρόνου.

Τὰ δύο κύρια πρόσωπα τῆς παραβολῆς, ὁ πλούσιος ποὺ εἶναι ἀνώνυμος (γιὰ νὰ μποροῦμε στὴν θέσι του νὰ τοποθετήσουμε νοερῶς ὁποιονδήποτε πλούσιο) καὶ ὁ πτωχὸς Λάζαρος εἶναι δύο ἐξ ὁλοκλήρου ἀντίθετες εἰκόνες, δύο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι κόσμοι· ὑπερβολικὰ πλούσιος ὁ ἕνας, ὑπερβολικὰ φτωχὸς ὁ ἄλλος· γλέντια καὶ εὐτυχία καθημερινῶς ὁ ἕνας, κακομοιριὰ καὶ δυστυχία συνεχῶς ὁ ἄλλος· πλούσια καὶ ἐκλεκτὰ φαγητὰ νὰ τρώῃ μέχρι σκασμοῦ ὁ ἕνας, πεῖνα - λιμοκτονία ἀνυπόφορη ποὺ προσπαθοῦσε νὰ τὴν ξεγελάσῃ μὲ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ὁ Λάζαρος· ὑγεία καὶ δύναμι καὶ σωματικὴ εὐρωστία καὶ ὡραιότητα ὁ πλούσιος, ἀρρωστιάρης καὶ γεμᾶτος σπυριὰ καὶ πληγιασμένος ὁ ἄλλος· ἄφθονα βασιλικὰ καὶ πανάκριβα ῥοῦχα ὁ ἕνας, μὲ τρύπια κουρέλια καὶ σχεδὸν γυμνὸς ὁ ἀδύναμος καὶ καταπονημένος Λάζαρος, ποὺ φαίνονταν οἱ δυσώδεις καὶ κακοφορμισμένες πληγές του· εὐυπόληπτος καὶ σημαῖνον μέλος τῆς κοινωνίας καὶ περιτριγυρισμένος ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ τὸν τιμοῦσαν καὶ τὸν θαύμαζαν ὁ πλούσιος, μόνος καὶ ἐγκαταλελειμμένος καὶ ἄσημος καὶ περιτριγυρισμένος ἀπὸ σκυλιὰ ποὺ ἔγλειφαν τὶς πληγές του –γιὰ νὰ πονάῃ καὶ νὰ μολύνεται περισσότερο– ὁ Λάζαρος.

Δὲν ἦταν ζωὴ αὐτή! μαρτύριο καθημερινὸ καὶ κόλασι ἦταν αὐτὸ ποὺ περνοῦσε ὁ Λάζαρος! καὶ ποὺ γινόταν χειρότερο καὶ πιὸ ὀδυνηρὸ ἀπὸ τὴν χλιδὴ καὶ τὴν πολυτέλεια καὶ τὴν σπατάλη ποὺ ἔβλεπε δίπλα του.  ᾿Αλλὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν περικοπὴ ἔχουν σημασία ὄχι μόνον ὅσα μᾶς λέει ὁ Κύριος, ἀλλὰ καὶ ὅσα δὲν μᾶς λέει.

Προσπαθοῦσε ὁ Λάζαρος νὰ ξεγελάσῃ τὴν πεῖνά του, ἢ μᾶλλον προσπαθοῦσε νὰ μὴν πεθάνῃ τῆς πείνας, ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν· ὄχι ἀπὸ ψίχουλα ποὺ τοῦ ἔδιναν, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔπεφταν! διότι ὄχι ἕνα πιάτο φαγητὸ οὔτε ἕνα ψίχουλο δὲν τοῦ ἔδινε ὁ ἄκαρδος καὶ ἄσπλαχνος καὶ ἀνελεήμων καὶ ἀνοικτίρμων καὶ ἀφιλάνθρωπος πλούσιος, ὁ ὁποῖος δὲν φοβόταν πλέον οὔτε τὸν Θεὸ οὔτε τοὺς ἀνθρώπους.  ᾿Αλλὰ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν τὰ πέταγαν στὰ σκουπίδια οἱ ὑπηρέτες, ὅταν σκούπιζαν καὶ καθάριζαν τὸ μέγαρο τοῦ πλουσίου ὕστερα ἀπὸ κάθε συμπόσιο καὶ γλέντι.  Κι ἐκεῖ στὰ σκουπίδια, παρέα μὲ τ᾿ ἀδέσποτα σκυλιά, ἀδύναμος καὶ μισοπεθαμένος ὁ Λάζαρος, ἔψαχνε νὰ βρῇ λίγα ψίχουλα νὰ φάῃ.  Αὐτὸ ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ Κύριος. Καὶ δὲν ἀναφέρεται τὸ παραμικρὸ παράπονο νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Λαζάρου κατὰ τοῦ πλουσίου ἢ κατὰ τοῦ Θεοῦ, παρὰ μὲ ἀσύλληπτη καὶ ὑπεράνθρωπη καρτερία ὑπέμενε τὴν δυστυχία του.

῞Οταν πέθανε ὁ φτωχὸς Λάζαρος, τὸν μετέφεραν οἱ ἄγγελοι στὸν «κόλπο τοῦ ᾿Αβραάμ». Γιατί τὸν μετέφεραν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ; γιὰ νὰ τὸν τιμήσουν σὰν μάρτυρα γιὰ τὴν ὑπομονὴ καὶ καρτερία ποὺ ἔδειξε, καὶ ποὺ σήκωσε μὲ προθυμία τὸν σταυρὸ ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ δημιουργός του. «Κόλπος ᾿Αβραὰμ» σημαίνει «ἀγκαλιὰ τοῦ ᾿Αβραάμ»· ἔτσι ὀνομάζεται μεταφορικῶς ὁ παράδεισος τοῦ Θεοῦ.  Πρέπει νὰ ἔχῃ διαβάσει κανεὶς καλὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἰδίως τὴν Γένεσι, γιὰ νὰ ξέρῃ ποιός ἦταν ὁ ᾿Αβραὰμ καὶ τί ἔκαμε καὶ πόσο πιστὸς καὶ δίκαιος φάνηκε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ γίνῃ γενάρχης ὄχι μόνον τοῦ ἀρχαίου ᾿Ισραήλ, ἀλλὰ καὶ τῶν Χριστιανῶν.  Εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος ποὺ τὸ ὄνομά του ἔχει δοθῆ στὸν παράδεισο!  Χωρὶς τὴν γνῶσι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν Καινή.  Φαίνεται καὶ ἀπὸ ἐδῶ ὅτι ὁ Χριστὸς θέτει ὡς προϋπόθεσι κι ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ νὰ διαβάζουμε καὶ νὰ ξέρουμε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.

῞Οταν πέθανε ὁ πλούσιος, οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀγκάλες τοῦ ᾿Αβραὰμ οὔτε παράδεισος· ἀλλὰ ἁπλῶς θάφτηκε.  Τὰ ὑλικὰ ἐπόθησε σὲ ὅλη του τὴν ζωή, τὰ ὑλικὰ πῆρε· χῶμα καὶ τάφος εἶναι τὰ βραβεῖά του. 

Πῆγε στὸν ᾅδη, στὴν κόλασι, στὸν τόπο τῶν αἰώνιων βασανιστηρίων. Καὶ ἐκεῖ ἔχει τὸν γνωστὸ διάλογο μὲ τὸν ᾿Αβραάμ. 

«ὀδυνῶμαι!» ἀναφωνεῖ ὁ πρώην πλούσιος· δηλαδὴ αἰσθάνομαι ὀδύνη, μεγάλο πόνο· πονάω πολύ, ἀνυπόφορα· πονῶ καὶ ὑποφέρω· τυραννιέμαι, βασανίζομαι.

῾Ο ᾿Αβραὰμ στὴν ἀπάντησί του μιλᾷ γιὰ «τὰ ἀγαθά», δηλαδὴ τὰ καλὰ καὶ εὐτυχῆ συμβάντα τῆς ζωῆς, ποὺ εἶχε ὁ πρώην πλούσιος ὅσο ζοῦσε, καὶ γιὰ «τὰ κακά», δηλαδὴ τὶς συμφορὲς καὶ δυστυχίες τῆς ζωῆς, τὰ ἄσχημα συμβάντα, μέσα στὰ ὁποῖα πέρασε καρτερικὰ ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή του.  Τώρα ὅμως ὁ δεύτερος «παρακαλεῖται»· ὁ Λάζαρος παρηγοριέται, ἔχει λυτρωθῆ ἀπὸ ὅλες τὶς δυστυχίες καὶ βρίσκεται πλέον σὲ εὐχάριστη κατάστασι, εἶναι χαρούμενος.

Καὶ ἐνημερώνει ἐπίσης τὸν πρώην πλούσιο ὅτι «χάσμα μέγα ἐστήρικται» ἀνάμεσά τους· χάσμα μεγάλο βρίσκεται στερεὸ καὶ ἀγεφύρωτο, στέκεται σταθερὸ καὶ ἀμετακίνητο, θεμελιωμένο πολὺ γερὰ καὶ ἀναλλοίωτο καὶ δὲν ξεπερνιέται. 

Πόσο μακριὰ ἄραγε βρισκόταν ὁ πλούσιος ἀπὸ τὸν ᾿Αβραὰμ καὶ τὸν Λάζαρο;  ᾿Αφοῦ καὶ τοὺς ἔβλεπε καὶ τοὺς ἄκουγε καὶ τὸν ἄκουγαν.  ᾿Αλλὰ φαίνεται καὶ ἀπὸ ἐδῶ ὅτι ὁ παράδεισος καὶ ἡ κόλασι δὲν εἶναι τόποι, εἶναι καταστάσεις.  ῾Ο πλούσιος βρισκόταν μακριὰ ὄχι τοπικῶς ἀλλὰ μακριὰ ἀπὸ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ.  ῞Ομως δὲν ἔχουμε τὸν χρόνο νὰ ἐξηγήσουμε ὅλα τὰ μηνύματα καὶ ὅλα τὰ διδάγματα αὐτῆς τῆς παραβολῆς.

Βλέπεις ἐπίσης τί ἄλλο μᾶς ἀποκαλύπτει ἐδῶ ὁ Κύριος; Οἱ ἄνθρωποι συνεχίζουν νὰ ὑπάρχουν καὶ μετὰ τὸν θάνατο.  Καὶ συνεχίζουν νὰ θυμοῦνται, καὶ ἔχουν συνείδησι τῆς ζωῆς των καὶ τῆς προσωπικότητός των.  Οὔτε διαλύονται οὔτε ξεχνοῦν οὔτε ἀπορροφῶνται ἀπὸ μία ἀπρόσωπη συμπαντικὴ ἐνέργεια οὔτε ξαναγεννιοῦνται οὔτε μετενσάρκωσι ὑπάρχει οὔτε μετεμψύχωσι οὔτε τίποτε ἀπὸ ὅσα ἄλλα τέτοια διδάσκουν ἰνδουισμὸς καὶ βουδδισμὸς καὶ ἀνατολίτικες θρησκεῖες καὶ ἄλλα παρόμοια θρησκεύματα.  Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζεται κάποιος ὅτι εἶναι Χριστιανὸς καὶ νὰ δέχεται τέτοια μυθεύματα.  Ἢ τὸν Χριστὸ θὰ πιστεύῃς ἢ τοὺς ἄλλους ψευδόχριστους καὶ ψευδομεσσίες.  Τὴν κατάληξι τῆς κάθε ἐπιλογῆς τὴν ξέρεις· πορεύσου ἀναλόγως!

Τὸ τέλος τῆς παραβολῆς, ποὺ εἶναι καὶ τὸ γενικὸ δίδαγμα τοῦ Κυρίου, εἶναι τὸ συγκλονιστικώτερο ἀπὸ ὅλα.  Ζήτησε ὁ πλούσιος νὰ ἀναστηθῇ ὁ Λάζαρος καὶ νὰ πάῃ στοὺς συγγενεῖς του νὰ τοὺς ἐνημερώσῃ τί γίνεται μετὰ θάνατον, ὥστε νὰ πιστέψουν καὶ νὰ μετανοήσουν.  Καὶ τοῦ ἀπαντάει ὁ ᾿Αβραάμ· «῎Εχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας»· δηλαδὴ ἔχουν τὰ βιβλία τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, τὰ ὁποῖα τὰ ἔγραψαν ὁ Μωυσῆς καὶ οἱ λοιποὶ προφῆτες.  Τὴν ἐποχὴ ποὺ τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ ᾿Ιησοῦς ὑπῆρχαν μόνον τὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης· ἡ Καινὴ Διαθήκη θὰ ἄρχιζε νὰ γράφεται ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους πολὺ ἀργότερα. 

῞Οσοι πραγματικὰ ἐνδιαφέρονται νὰ μάθουν γιὰ τὴν μέλλουσα ζωὴ ἔχουν τὴν ῾Αγία Γραφή, ποὺ εἶναι πιὸ ἀξιόπιστη, πιὸ σημαντικὴ καὶ ἀσυγκρίτως πολυτιμότερη ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν μαρτυρία ἑνὸς νεκροῦ ποὺ τυχὸν θὰ ἀνασταινόταν, γιὰ νὰ μᾶς ἐνημερώσῃ.

«ἀκουσάτωσαν αὐτῶν»· ἂς ἀκούσουν λοιπὸν ὅσα μαρτυροῦν οἱ ῞Αγιες Γραφές· καὶ ἂς τὰ ἀκούσουν ὄχι τυχαῖα καὶ ἐπιπόλαια, «ὁ μπαινάκης κι ὁ βγαινάκης», ἀλλὰ μὲ προσοχή, μὲ πίστι καὶ μὲ εὐλάβεια, ἂς τὰ παραδεχθοῦν ὁλόψυχα καὶ ἂς τὰ ἀκολουθήσουν στὴν ζωή τους, ἂς ὑπακούσουν στὰ παραγγέλματα τῆς Βίβλου.

῾Η ῾Αγία Γραφὴ εἶναι τὸ μεγαλείτερο σημεῖο, τὸ ἰσχυρότερο καὶ τελειότερο θαῦμα, ποὺ ἔχει δώσει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο.  Τὸ καταλαβαίνουμε ἄραγε αὐτό; Τὸ πιστεύουμε; Τὸ παραδεχόμαστε;  Θέλεις νὰ μάθῃς τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὴν δημιουργία, γιὰ τὸν σκοπὸ τοῦ ἀνθρώπου; γιὰ τὴν ἀξία τῆς ἐλεημοσύνης; γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πίστεως;  Θὰ τὰ βρῇς στὴν ῾Αγία Γραφή.  Θέλεις νὰ μάθῃς τί εἶναι κόλασι καὶ τί παράδεισος; πῶς θὰ ἀποφύγῃς τὴν πρώτη καὶ πῶς θὰ κερδίσῃς τὸν δεύτερο; ἡ ῾Αγία Γραφὴ ἔχει ὅλες τὶς ἀπαντήσεις.  Θέλεις νὰ σοῦ τὰ βεβαιώσῃ ὅλα αὐτὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; νὰ σὲ φωτίσῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον; νὰ σὲ διδαξουν οἱ ἴδιοι οἱ εὐαγγελιστὲς καὶ ἀπόστολοι; Διάβασε τὴν ῾Αγία Γραφή! 

Μᾶς βεβαιώνει γι᾿ αὐτὸ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τρόπο σαφῆ, κατηγορηματικὸ καὶ ἀναντίρρητο μὲ τὴν παροῦσα παραβολή.  Λοιπὸν τὸ πήραμε τὸ μήνυμα; Καὶ θὰ μοῦ πῆτε· «Ποιό ἀπ᾿ ὅλα τὰ μηνύματα;»  Μὰ ὅλα βέβαια! Παίζουμε μ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα;

 

 

«᾿Εκκλησιολόγος», φύλλο 839, Πάτραι 4/11/2023

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο

῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

25 μαρτίου, εὐαγγελισμός (ἀπόστολος)