3η Κυριακὴ Λουκᾶ, «Προστάτης τῆς ζωῆς»
῾Ο Χριστὸς φίλος καὶ προστάτης τῆς ζωῆς
3η Κυριακὴ Λουκᾶ, Εὐαγγέλιον Λκ. 7:11-16
Προοίμιον. ῾Ο Θεὸς εἶναι ὁ μεγάλος δημιουργὸς καὶ συντηρητὴς τῆς ζωῆς. Μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς καθιέρωσε, ἐξασφάλισε τὴν ἁρμονικὴ λειτουργία τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ μὲ τὴν ἀγαθὴ πρόνοιά του προστατεύει καὶ διατηρεῖ τὴ ζωή, τὴν ἀνόργανη καὶ τὴν ὀργανική, τὴν ἔμψυχη καὶ ἄψυχη ζωή.
α. ῾Ο Χριστὸς φίλος τῶν ἀνθρώπων καὶ προστάτης τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. ῾Ο Θεάνθρωπος Χριστὸς ὑπῆρξε φίλος τῶν ἀνθρώπων. ᾿Ενδιαφερόταν γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικὲς ἀνάγκες τους, φρόντιζε γιὰ τὴ διατροφή τους, τὴν ὑγεία τους. Μὲ θαυματουργικὲς ἐνέργειες θεράπευε τὶς ἀρρώστιες τους καὶ ἀνάσταινε τοὺς νεκρούς. Καθημερινὰ ὁ Χριστὸς «διήρχετο εὐεργετῶν καὶ ἱώμενος πάντας» (Πρξ. 10:38).
β. ῾Η ᾿Εκκλησία συνεχίζει τὸ φιλάνθρωπο ἔργο τοῦ Χριστοῦ. ῾Η ᾿Εκκλησία συνεχίζει τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Μόλις ἱδρύθηκε ἡ ᾿Εκκλησία στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, φρόντισε γιὰ τοὺς φτωχούς, τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. ῾Η χριστιανικὴ ᾿Εκκλησία ἦταν πρώτη στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος ποὺ ἵδρυσε κοινωνικὴ πρόνοια. ᾿Αλλὰ καὶ στὴ συνέχεια ἡ ᾿Εκκλησία συνεχίζει διὰ μέσου τῶν αἰώνων τὸ φιλανθρωπικὸ καὶ προνοιακό της ἔργο.
᾿Επίλογος. ῾Ο προαιώνιος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ διάβολος. ῾Ο διάβολος μισεῖ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ γενικὰ κάθε μορφὴ ζωῆς. ᾿Εὰν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ζωή, τὸ διεστραμμένο θέλημα τοῦ διαβόλου εἶναι ὁ θάνατος. Γι᾿ αὐτὸ παράλληλα μὲ τὴν προστασία καὶ τὴ συντήρηση τῆς ζωῆς παρατηρεῖται ταυτόχρονα καὶ ὁ ἀφανισμὸς καὶ ἡ θανάτωση τῆς ζωῆς. Στὴν ἐποχή μας ὁ ἀφανισμὸς τῆς ζωῆς ἔχει πάρει παγκόσμιες διαστάσεις (μόλυνση τοῦ περιβάλλοντος, ἐξάντληση τῶν πηγῶν ἐνέργειας καὶ ζωῆς). Οἱ συγχρονοι χριστιανοὶ καλοῦνται νὰ συνεχίσουν τὸ φιλάνθρωπο καὶ οἰκολογικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας.
Χριστιανικὴ θεώρηση τῆς παρούσης ζωῆς
«Σοὶ λέγω ἐγέρθητι».
Προοίμιον. Τὸ σῶμα τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου εἶναι φθαρτὸ καὶ θνητό. Τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρεται σὲ ἕνα νεαρὸ παλληκάρι, ποὺ τὸ εἶχε χτυπήσει πρόωρα ὁ θάνατος. ῾Ο Χριστὸς ὅμως μὲ τὴν παρουσία του ἀνέστησε τὸ νέο παιδὶ καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸ ἀποκάλυψε τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τοῦ φυσικοῦ κόσμου.
α. Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν παροῦσα μεταπτωτικὴ ἐποχὴ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φθαρτὸ καὶ θνητό. ῾Η ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τοῦ στέρησε τὴ ζωή. ῾Ο ἄνθρωπος μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ γνώρισε τὸν θάνατο. «῾Ως ἄνθος μαραίνεται καὶ ὡς χόρτος παρέρχεται καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος».
῾Ο Χριστὸς ὅμως μὲ τὴν παρουσία του στὴ γῆ δημιούργησε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἀναδημιουργία καὶ ἀνάπλαση τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὴν ἀνάστασή του ἰδιαίτερα δημιούργησε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. ῾Η ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων ἀποτελεῖ βασικὸ χριστιανικὸ δόγμα. Στὸ «Σύμβολο τῆς Πίστεως» διακηρύττομε· «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
β. ῾Ο φυσικὸς κόσμος. ῞Οπως τὸ ὑλικὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι καὶ ὁ ὑλικὸς φυσικὸς κόσμος φθείρεται καὶ νεκρώνεται. ῾Ωστόσο ἡ κατάσταση αὐτὴ τῆς κτίσης δὲν εἶναι μόνιμη. ῾Ο φυσικὸς κόσμος θὰ ἀναπλασθεῖ καὶ θὰ ἀνακαινισθεῖ μαζὶ μὲ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Μαζὶ μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος θὰ γίνει ταὐτόχρονα καὶ ἀνακαίνιση τοῦ φυσκοῦ κόσμου. ῞Οταν οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀναστηθοῦν, θὰ ἀντικρίσουν ἕναν καινούργιο κόσμο νὰ τοὺς περιβάλλει. «Οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα (τὴν ὑπόσχεση) αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) προσδοκῶμεν» (Β΄ Πέτρ. 3:13).
᾿Επίλογος. Οὔτε τὸ σῶμα μας οὔτε ὁ φυσικὸς κόσμος ἔχουν τὴν τελικὴ καὶ ὁριστικὴ μορφή τους. ῾Η παροῦσα μεταπτωτικὴ κατάσταση τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου δὲν θὰ διατηρηθεῖ γιὰ πάντα. ῾Ο Χριστὸς μᾶς ἀποκάλυψε γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος καὶ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ κόσμου μετὰ τὸ τέλος τῆς ἱστορίας. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ σώματος καὶ τοῦ φυσικοῦ κόσμου θὰ ἀκολουθήσει αἰώνια καὶ ἀτελεύτητη μορφὴ ζωῆς, τόσο γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅσο καὶ γιὰ τὸν φυσικὸ κόσμο.
Μητροπολίτης ᾿Αχελῴου Εὐθύμιος (†2019)
Πρβλ. Εὐθυμίου Κ. Στύλιου, μητροπολίτου ᾿Αχελῴου, «Λόγος ζωῆς» (ὀρθόδοξο κηρυγματικὸ θεματολόγιο), ᾿Αθήνα 2001.