21η Κυρ. ᾿Επιστολῶν, «᾿Ανωφελὴς ὁ παλαιὸς Νόμος»
᾿Ανωφελὴς πλέον ὁ παλαιὸς Νόμος
21η Κυριακὴ ᾿Επιστολῶν, ᾿Αποστολικὸ ἀνάγνωσμα Γαλ 2:16-20
A΄. ᾿Εξηγητικόν
᾿Αδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων Νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων Νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων Νόμου πᾶσα σάρξ. (στίχος 16)
Ὁ θεῖος ἀπόστολος Πέτρος ἐκήρυττε τὸ εὐαγγέλιο στοὺς περιτετμημένους ᾿Ιουδαίους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐμπόδιζε ἀπὸ τὴν περιτομὴ κατὰ συγκατάβασι καὶ οἰκονομία, γιὰ τὴν μεγάλη δεισιδαιμονία τους. ᾿Επειδὴ αὐτὸ τὸ γνώριζε ὁ Παῦλος, ἐναντιώθηκε στὸν Πέτρο κατὰ πρόσωπο καὶ τοῦ εἶπε· «᾿Εὰν ἐσὺ ποὺ εἶσαι ᾿Ιουδαῖος ζῇς ὡς ἐθνικὸς [δηλαδὴ χωρὶς νὰ τηρῇς τὶς διατάξεις τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου] καὶ ὄχι ἰουδαϊκῶς, γιατί ἀναγκάζεις τὰ ἔθνη [δηλαδὴ τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἦσαν πρώην εἰδωλολάτρες] νὰ ἰουδαΐζουν;» Αὐτὸ λοιπὸν ἔγινε μὲ εὐχαρίστησι καὶ [σύμφωνη] γνώμη τοῦ Πέτρου, νὰ ἐλεγχθῇ κατὰ κάποιον τρόπο ἀπὸ τὸν Παῦλο, γιὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν συγκατάβασι τῆς περιτομῆς.
Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα εἶπε ὁ Παῦλος πρὸς τὸν Πέτρο τὰ ἑξῆς· Καὶ ἐπειδὴ ἐμεῖς ὑπάρχουμε ἐκ φύσεως ᾿Ιουδαῖοι [στὴν ἐθνικότητα] ἀπὸ τότε ποὺ γεννηθήκαμε καὶ ἐξαρχῆς, καὶ ὄχι προσήλυτοι, μὲ τὸ νὰ γνωρίζουμε τὴν ἀδυναμία τοῦ παλαιοῦ Νόμου, ὅτι δὲν λαμβάνει δικαίωσι [σωτηρία] ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Νόμου, χωρὶς νὰ πιστέψῃ στὸν Χριστό, γι᾿ αὐτὸ καὶ πιστέψαμε στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὥστε νὰ σωθοῦμε μὲ βάσι τὴν εἰς Χριστὸν πίστι καὶ ὄχι μὲ βάσι τὰ ἔργα τοῦ παλαιοῦ Νόμου, διότι δὲν μπορεῖ νὰ σωθῇ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Νόμο, ὁ ὁποῖος ἦταν χρήσιμος [μόνον] μέχρι ἕναν ὡρισμένο καιρό.
Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἄρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. (στίχοι 17-18)
᾿Αφοῦ λοιπὸν ἐμεῖς ἐγκαταλείψαμε τὸν Νόμο ποθῶντας νὰ σωθοῦμε διὰ τῆς πίστεως στὸν Χριστό, [ἂν] πάλι θεωρούμαστε ἁμαρτωλοὶ ποὺ ἐγκαταλείψαμε τὸν Νόμο, μήπως ὁ Χριστὸς τὸ προξένησε αὐτό; [τὸ νὰ εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ ἀπέναντι στὸν παλαιὸ Νόμο;] Φέρει τὸν λόγο του στὸ ἀδύνατο καὶ ἄτοπο, καὶ εὐθὺς μὲ τὴν ἀπαγόρευσι τὸν ἀνατρέπει λέγοντας· μὴ γένοιτο· δηλαδὴ τοῦτο δὲν πρέπει οὔτε καὶ νὰ τὸ συλλογιστῇ κανείς. ᾿Επειδὴ ἐμεῖς ἐγκαταλείψαμε τὸν Νόμο καὶ τὸν καταλύσαμε καὶ τὸν καταργήσαμε ὡς ἀδύναμο πλέον καὶ ἀνωφελῆ. ᾿Εὰν δοκιμάσουμε πάλι μὲ τὴν συγκατάβασι τῆς περιτομῆς νὰ τὸν συστήσουμε [δηλαδὴ νὰ τὸν ξαναπαρουσιάσουμε ὡς ἔγκυρο], τότε ὡς πρὸς αὐτὸ γινόμαστε παραβάτες γιὰ τὴν προηγούμενη ἐγκατάλειψι ποὺ κάναμε στὸν Νόμο.
Ἀποδεικνύει λοιπὸν μὲ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος ὅτι δὲν εἶναι παραβάτες, ἐὰν δὲν φυλάγουν τὸν Νόμο, καθὼς νόμιζαν· ἀλλὰ παραβάτες γίνονται, ἐὰν ἀκόμη κρατοῦν τὰ ἐντάλματα τοῦ Νόμου. Καὶ τὸ διασαφηνίζει καθαρώτερα αὐτὸ μὲ τὰ ἐφεξῆς λόγια.
᾿Εγὼ γὰρ διὰ Νόμου Νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ. (στίχοι 19-20)
Ἐγὼ κατάργησα τὸν Νόμο, λέει, τὸν παλαιὸ καὶ δὲν προσέχω σὲ αὐτὸν ἐξαιτίας τοῦ λόγου τοῦ Μωυσέως, ὁ ὁποῖος προστάζει μὲ τὸν Νόμο τὰ ἀκόλουθα· «Προφήτη γιὰ σᾶς θὰ ἀναδείξῃ ὁ Κύριος ὁ Θεὸς ἐκ τῶν ἀδελφῶν σας σὰν κι ἐμένα, καὶ νὰ τὸν ἀκοῦτε» [Πρξ 3:22, Δευτ 18:15,18], μιλώντας γιὰ τὸν Χριστό. ῞Ωστε ὅσοι δὲν ὑποτάσσονται σὲ αὐτὸ τὸ θέσπισμα τοῦ Νόμου, παραβάτες γίνονται τοῦ Νόμου ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως.
Λοιπὸν ἐγὼ πλέον δὲν ζῶ κατὰ τὸν Νόμο, διότι αὐτὸς ὁ Νόμος μὲ κατέστησε νεκρὸ καὶ ἀκίνητο στὰ ἐντάλματά του, ὥστε νὰ ζήσω μὲ τὸν Θεὸ τὴν ἀγείρω καὶ ἀθάνατο ζωή, ἀφοῦ μὲ τὸ βάπτισμα συσταυρώθηκα μὲ τὸν Χριστό. Καὶ ὁ μὲν Νόμος τὴν δική του δύναμι μόνος του τὴν ἐξώντωσε, ἐνῷ ὁ Χριστὸς ἐζωοποίησε [ἔδωσε ζωή]· διότι ζῶ, πολιτεύομαι ὄχι σύμφωνα μὲ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο καὶ τὶς ἐπιθυμίες του, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸν νέο ἄνθρωπο τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ζῇ, ἐνεργεῖ ὅλα τὰ διαβήματά μου καὶ τὰ διανοήματά μου [ὅλες τὶς πράξεις καὶ τὶς σκέψεις μου] ὅπως αὐτὸς εὐαρεστεῖται. ᾿Επειδὴ καὶ τὴν σαρκικὴ αὐτὴ ζωὴ τὴν αἰσθητὴ τὴν ζῶ κατὰ χάριν καὶ κατὰ δωρεὰν αὐτοῦ ποὺ μὲ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Νόμου καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη μου παρέδωσε τὸν ἑαυτό του στὸν θάνατο. Διότι ἂν δὲν ἐσυγχωρεῖτο ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἡ κατάρα τοῦ Νόμου ποὺ ὑπῆρχε σὲ ὅσους δὲν ἐφύλαγαν ὅλες τὶς γραπτὲς ἐντολές, ἐπρόκειτο νὰ πεθάνουμε καὶ σωματικῶς, ὅπως ἔγινε καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ κατακλυσμοῦ.
Ἀναφέρει δὲ στὸ πρόσωπό του μόνον ὁ ἀπόστολος τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν θάνατο, γιὰ νὰ στοχάζεται ὁ καθένας ὅτι γι᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο ὁ υἱὸς [τοῦ Θεοῦ] ἔγινε ἄνθρωπος καὶ πέθανε.
Β΄. ᾿Ηθικόν
῾Η ἀληθινὴ ζωὴ ἐν Χριστῷ
Αὐτὸ λοιπὸν ἂς κάμουμε καὶ ἐμεῖς, ἂς νεκρώσουμε, ἂς πεθάνουμε αὐτὸ τὸ σῶμα ὡς πρὸς τὰ ἔργα, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὶς ὁρμὲς καὶ τὶς πονηρὲς πράξεις του· διότι τοῦτο εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωὴ τὸ νὰ μὴ δουλεύουμε στὶς ἡδονὲς καὶ στὶς ἐπιθυμίες τῆς σαρκός· ἐπειδὴ ἐκεῖνος ποὺ θὰ ὑποτάξῃ τὸν ἑαυτό του στὶς ἡδονὲς δὲν μπορεῖ νὰ ζῇ πλέον ἀπὸ τὶς ἀτιμίες καὶ τοὺς φόβους καὶ τοὺς κινδύνους καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀναριθμήτων παθῶν· εἴτε θάνατον θυμηθῇ πεθαίνει ἀπὸ τὸν φόβο του· ἐὰν ὑποπτευθῇ κάποια ἀρρώστια ἢ ὕβρι [= ἀτύχημα] ἢ πτωχεία ἢ κανένα ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀπροσδόκητα, εὐθὺς χάνεται καὶ διαφθείρεται. Λοιπὸν τί ὑπάρχει ἀθλιώτερο ἀπὸ μία τέτοια ζωή;
᾿Ενῷ ἐκεῖνος ποὺ ζῇ κατὰ Χριστὸν ὑπάρχει καὶ στέκεται ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς φόβους καὶ τὶς λῦπες καὶ τοὺς κινδύνους καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλη μεταβολή, ὄχι ὅτι δὲν τὰ ὑπομένει καὶ δὲν τὰ δοκιμάζει αὐτά, ἀλλὰ διότι τὸ κυριώτερο καταφρονεῖ ὅλα τὰ συμβαίνοντα. Καὶ πῶς γίνεται αὐτό; ἐὰν ὁ Χριστὸς κατοικεῖ ἐξ ὁλοκλήρου σὲ μᾶς. ῾Επομένως ἐκεῖνος εἶναι ζωντανὸς ὅποιος νεκρωθῇ ὡς πρὸς τὶς πράξεις τῆς σαρκὸς καὶ τὶς ἐπιθυμίας.
Καὶ γιὰ νὰ γίνει σαφέστερο τὸ λεγόμενο ἂς φέρουμε στὸ μέσον [ὡς παράδειγμα] δύο ἀνθρώπους, τὸν ἕνα ἐκδεδομένο σὲ ἀσωτίες, ἡδονὲς καὶ στὴν ἀπάτη τῆς παρούσης ζωῆς καὶ τὸν ἄλλον νεκρωμένο ὡς πρὸς [ὅλα] αὐτά, καὶ ἂς δοῦμε· ποιός ἀπὸ τοὺς δύο εἶναι ζωντανός; Καὶ ὁ πρῶτος νὰ εἶναι πλούσιος πολὺ καὶ ἐπίσημος καὶ νὰ συντηρῇ καὶ παρασίτους καὶ κόλακες καὶ νὰ ἐξοδεύῃ σ᾿ αὐτὸ ὅλη τὴν ἡμέρα μὲ κραιπάλη καὶ μέθη, ἐνῷ ὁ ἄλλος [ἂς ὑποθέσουμε ὅτι] ζῇ μὲ πενία καὶ νηστεία καὶ τὴν ὑπόλοιπη σκληραγωγία, καὶ μόνο κατὰ τὸ βράδυ νὰ παίρνῃ τὴν τροφή του. Ποιός λοιπὸν ἀπὸ τοὺς δύο αὐτοὺς ζῇ στὰ ἀλήθεια; Οἱ πολλοὶ γνωρίζω ὅτι θὰ νομίζουν ὅτι ζῇ ἐκεῖνος ποὺ χαίρεται, εὐφραίνεται, χορεύει καὶ σκορπίζει τὰ ὑπάρχοντά του. ᾿Εμεῖς ὅμως θεωροῦμε ὅτι ζωντανὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει τὴν συμμετρία.
Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ μία φιλονεικία μεταξύ μας, ἂς μποῦμε στὰ σπίτια καὶ τῶν δύο αὐτῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ τοὺς κατανοήσουμε ἀπὸ τὶς πράξεις τους, ἐπειδὴ ἀπὸ τὰ ἔργα του ὁ καθένας φαίνεται ἂν εἶναι ζωντανὸς ἢ πεθαμένος. Βρίσκουμε λοιπὸν τὸν ἕνα νὰ ἀσχολῆται πάντοτε μὲ τὰ βιβλία, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία, νὰ εἶναι πάντοτε «ἔξυπνος» [= ζωηρὸς καὶ σὲ ἑτοιμότητα] καὶ νὰ συζητᾷ μὲ τὸν Θεό· ἐνῷ τὸν ἄλλον τὸν βλέπουμε νὰ εἶναι βουτηγμένος στὴν μέθη καὶ νὰ μοιάζῃ ὄχι λιγώτερο ἀπὸ νεκρός. Ἐὰν παραμείνουμε μέχρι τὸ βράδυ, θὰ δοῦμε σ᾿ αὐτὸν ἀκόμα περισσότερο τὸν θάνατο, καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναισθησία στὸν ὕπνο νὰ διαβαίνῃ. Αὐτὸν ἐὰν τὸν πλησιάσῃ κανεὶς καὶ τὸν ῥωτήσῃ κάτι ἀναγκαῖο, δὲν ἀκούει τίποτε τὸ οὐσιῶδες, διότι εἶναι ξαπλωμένος σὰν νεκρός. Στὸν ἄλλον ὅμως εἴτε νύχτα εἴτε ἡμέρα πᾷς τὸν βρίσκεις περισσότερο νὰ εἶναι σὰν ἄγγελος παρὰ σὰν ἄνθρωπος, διότι φιλοσοφεῖ γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἂν ἐξετάσουμε ἕναν πλεονέκτη καὶ φιλάργυρο καὶ ἂν τὸν συγκρίνουμε μὲ κάποιον ποὺ πολιτεύεται μὲ μέτρο καὶ αὐτάρκεια, θὰ βροῦμε τὸν φιλάργυρο πολὺ χειρότερο καὶ ἀπὸ τὸν μεθυσμένο, βουτηγμένο σὲ φροντίδες καὶ νὰ κατέχεται ἀπὸ δίψα καὶ ἐπιθυμία χρημάτων. Καὶ καθὼς ὁ μεθυσμένος δὲν ξεχωρίζει οἰκείους καὶ συγγενεῖς καὶ φίλους, ἀλλὰ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ αὐτὸς ὅλους τοὺς ἀγνοεῖ, καὶ φίλους καὶ ἐχθρούς, καὶ δὲν ὑποφέρει νὰ ἀκούῃ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον γιὰ τόκους καὶ γιὰ τόκους τόκων καὶ γιὰ ἀναίσχυντα κέρδη καὶ γιὰ ἐμπορικὲς πράξεις καταφρονεμένες καὶ δουλοπρεπεῖς, καὶ νὰ τοὺς ἀποστρέφεται ὅλους, νὰ φθονῇ τοὺς πλουσίους, νὰ συμπεριφέρεται ἄγρια στοὺς φτωχοὺς καὶ μήτε στὰ τέκνα του μήτε στὴν γυναῖκα του μήτε στοὺς φίλους του νὰ συμπεριφέρεται μὲ εὐχαρίστηση. Ἐνῷ αὐτὸν ποὺ ζῇ μὲ μέτρο καὶ ἐλπίζει στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὸν βρίσκουμε νὰ εἶναι ἥσυχος, εὐπρόσιτος καὶ στοὺς φίλους καὶ στοὺς οἰκείους καὶ ἀγαπητὸς στοὺς ξένους καὶ ἀπὸ ὅλους νὰ ἐπαινῆται· ἐνῷ τὸν πλεονέκτη τὸν βλέπουμε ὅλοι νὰ τὸν ὑβρίζουν, νὰ τὸν καταφρονοῦν καὶ νὰ τὸν ἐλεινολογοῦν.
Ποιός λοιπὸν ζῇ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο καὶ ἔχει τὸν Χριστὸ ἔνοικό του; Βεβαίως ἐκεῖνος ποὺ ἐλπίζει στὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἐπικαλεῖται καὶ ἐδῶ πολιτεύεται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ μετὰ τὸν θάνατο προσδοκᾷ τὴν τελεία ἀνάπαυσι καὶ τὴν τρυφὴ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Ὁ δὲ φιλάργυρος ὅπως ἐδῶ σὲ αὐτὴ τὴν ζωὴ ἔχει καταντήσει νεκρὸς καὶ ἀναίσθητος, διότι φροντίζει γιὰ νεκρὰ καὶ μάταια πράγματα καὶ οὔτε κὰν ποὺ βάζει στὸ μυαλό του κάποια σκέψη γιὰ τὰ μέλλοντα, ἔτσι καὶ μετὰ τὸν θάνατο μένει πιὸ νεκρὸς καὶ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, στερημένος τῆς αἰωνίου ζωῆς, καὶ ὡς καρπό του κερδίζει τὸν παντοτινὸ θάνατο τῆς ψυχῆς στὴν ἀτελεύτητο κόλασι.
Ἑπομένως, ἀγαπητοί, ἂς μὴν ἀφήνουμε τὸ σῶμα νὰ ζῇ σαρκικῶς ἀλλὰ πνευματικῶς σύμφωνα μὲ τὸν νέο ἄνθρωπο μέσα σὲ μία καινούργια ζωὴ καὶ πολιτεία. ῍Ας νεκρώσουμε ἐδῶ τὴν σάρκα μαζὶ μὲ τὶς πράξεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, ὥστε νὰ ζήσῃ ἐκεῖ [στὴν ἄλλη ζωὴ] αἰωνίως, διότι καθὼς ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἀποθάνῃ πρόκειται βεβαίως νὰ ἀναστηθῇ κατὰ τὴν κοινὴ ἀνάστασι, ὁμοίως καὶ ὅποιος νεκρώσῃ τὴν σάρκα μέσα στὸ θεῖο βάπτισμα καθ᾿ ὁμοίωσιν τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος πέθανε καὶ ἐτάφη καὶ ἀνέστη, θὰ ζωοποιήσῃ αὐτὴν [τὴν σάρκα του] καὶ ἐδῶ μὲ τὴν ἐνοίκησι τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ στὸ μέλλον μὲ τὴν ἀπόλαυσι τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὴν ὁποία μακάρι νὰ συμβῇ νὰ τὴν πετύχουμε ὅλοι μας· ἀμήν.
῾Ιερομάρτυρος Γρηγορίου Ε΄ Κωνσταντινουπόλεως
᾿Απὸ τὸ βιβλίο του «᾿Εξήγησις τῶν κατὰ πᾶσαν Κυριακὴν ἀναγνωσμάτων ἐκ τῶν ἱερῶν Πράξεων τῶν ἁγίων <ἀποστόλων> καὶ <ἐκ τῶν> θεοπνεύστων ᾿Επιστολῶν τοῦ ἀποστόλου Παύλου, μεταφρασθέντων ἐκ τῶν θείων πονημάτων τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσορρήμονος». Πρώτη ἔκδοσις ἐν Κωνσταντινουπόλει 1807, δευτέρα ἔκδοσις Θεσσαλονίκη 1984 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «᾿Ορθόδοξος Κυψέλη».
Σημειώσεις ἐπιμελητοῦ (῾Ομιλιάριον Συμβολῆς).
1. Τὸ κείμενο ἐδῶ ἀναδημοσιεύεται μὲ γλωσσικὴ ἁπλοποίησι (γιὰ τεχνικοὺς λόγους), ἐνῷ ἔχουν προστεθῆ καὶ οἱ ἀναγκαῖοι τίτλοι καὶ ὑπότιτλοι τῆς ὁμιλίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάρχουν στὴν ἔντυπη ἔκδοσι.
2. Στὸ βιβλίο του τὸ περιεχόμενο ἑκάστης ὁμιλίας ὁ ἱερομάρτυς Γρηγόριος Ε΄ τὸ ἀντλεῖ σχεδὸν ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὰ ἑρμηνευτικὰ ὑπομνήματα καὶ τὶς ὁμιλίες τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, γιὰ τὰ ὁποῖα δηλώνει ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ὅτι τὰ μεταφράζει στὴν «κοινὴν διάλεκτον», ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ὅτι μεταφράζει «ἁπλὰ» καὶ «συντομώτατα» «τὰ νοήματα καὶ τὰς ἐξηγήσεις» τοῦ Χρυσοστόμου «χωρὶς προσθήκην ἢ ἀφαίρεσιν», ἐνῷ ἀπὸ τὶς ἠθικὲς ὁμιλίες τοῦ ἰδίου πατρὸς «προσαρμόζει» «ὅσας ἐδυνήθη».
3. Πολλὲς φορὲς ἡ «κοινὴ διάλεκτος» (δηλαδὴ ἡ σύγχρονή τους «ἁπλὴ» νεοελληνικὴ γλῶσσα) ποὺ μεταχειρίζονται οἱ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς τῶν αἰώνων 17ου, 18ου καὶ 19ου μοιάζει πάρα πολὺ μὲ τὴν γλωσσικὴ μορφὴ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε «καθαρεύουσα» καὶ σὲ κάποιες περιπτώσεις μπορεῖ νὰ εἶναι ἴσως πιὸ δυσνόητη ἢ πιὸ δυσκολομετάφραστη γιὰ μᾶς σήμερα ἀπὸ τὰ πρωτότυπα κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἢ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Γι᾿ αὐτὸ ἐδῶ ἔχουν προστεθῆ ὡρισμένες ἐπεξηγήσεις πρὸς διευκόλυνσι τῶν σημερινῶν ἀναγνωστῶν καὶ ἀκροατῶν. ῞Ολες οἱ προσθῆκες-ἐπεξηγήσεις ἀνήκουν στὸν ἐπιμελητὴ τῆς παρούσης δημοσιεύσεως καὶ περικλείονται μέσα σὲ ἀγκύλες [...].
4. Γιὰ κάθε ἀποστολικὴ περικοπὴ ὁ ἱερομάρτυς Γρηγόριος Ε΄ παραθέτει σύντομο λόγο, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μέρη· τὸ μὲν α΄ εἶναι τὸ ἐξηγητικόν-ἑρμηνευτικόν, τὸ δὲ β΄ τὸ ἠθικόν. Στὴν ἔντυπη ἔκδοσι διέκρινε μόνον τὸ ἠθικὸν μέρος κάθε λόγου, ἀλλὰ ἐδῶ θεωρήθηκε σωστὸ νὰ δηλωθοῦν καὶ τὰ δύο μέρη μὲ κατάλληλους ὑποτίτλους.
5. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τὸν γενικὸ τίτλο τῆς ὅλης ὁμιλίας ἔχει προστεθῆ καὶ τίτλος γιὰ τὸ β΄ μέρος, τὸ ἠθικόν. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ διευκολύνεται ὁ κήρυξ τοῦ θείου λόγου νὰ ἀποφασίσῃ κατὰ τὴν κρίσι του ἂν θὰ παρουσιάσῃ στὸ ἀκροατήριό του ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ λόγου ἢ μόνον τὸ ἕνα μέρος (τὸ α΄ ἢ τὸ β΄).