19η Κυριακὴ Ἐπιστολῶν, «Ὁ Παῦλος στὸν παράδεισο»

Ὁ Παῦλος στὸν παράδεισο

19η Κυριακὴ Ἐπιστολῶν, ᾿Απόστολος Β΄ Κορ 11:31-12:9

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως ἔχουμε πεῖ καὶ ἄλλοτε, ἀντιμετώπιζε διαρ­κῶς σ’ ὅλες τὶς ἀνὰ τὰ ἔθνη περιοδεῖες του τὸ πρόβλημα τῆς συκοφαντίας. Κα­κότροποι αἱρετικοί, ποὺ ἔκαναν τάχα τὸν κήρυκα, ἀλλὰ στὴν πραγμα­τι­κότητα ἦταν ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ, κινούμενοι ἀπὸ ἀδυσώπητο φθόνο, παρα­κολουθοῦσαν σὲ ποιές πόλεις κήρυττε ὁ ἀπόστολος καὶ πήγαιναν ἐκεῖ, ὅ­ταν πιὰ ἐκεῖνος ἔφευγε ἀπ᾿ αὐτές, καὶ τὸν συκοφαντοῦσαν. Ἔλεγαν ὅτι δὲν εἶναι ἀπόστολος, ἀλλ’ ἕνας φιλόδοξος κι ἀπατεῶνας γυρολόγος, ποὺ προσ­ποι­εῖται τὸν ἀπόστολο.

Καταλαβαίνετε τὴ λύπη τοῦ ἀποστόλου, ὅταν ἔφταναν τὰ λόγια αὐτὰ στ’ αὐτιά του. Στενοχωριόταν ὄχι τόσο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅσο γιὰ τὸ ὅτι οἱ Χριστιανοὶ κλονίζονταν στὴν πίστη. Ἔτσι ἀναγκαζόταν νὰ γράψει Ἐπι­στο­λὲς καὶ νὰ ἐξηγήσει πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Μὲ τέτοιες καὶ ἄλλες ἀφορ­μὲς ἔγραψε καὶ τὶς δύο πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολές.

Ἕνα κομμάτι τῆς ἀπολογίας του εἶναι καὶ ἡ εὐρύτερη ἑνότητα, στὴν ὁ­ποία ὑπάγεται ἡ ἀποστολική μας περικοπή. Σ’ αὐτήν, παρ’ ὅλο ὅτι δὲν τὸ θέλει, ἀναγκάζεται νὰ μιλήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὴν καταγωγή του, τοὺς προγόνους του, τὸ ἐπάγγελμά του, τοὺς κόπους του, τοὺς ἀγῶνες του, τοὺς κινδύνους του, τοὺς διωγμούς του καὶ ὅλα τ’ ἄλλα παθήματά του.

Στὴν ἀποστολική μας περικοπὴ μιλάει γιὰ μία συγκεκριμένη περι­πέ­τεια ποὺ πέρασε, καθὼς καὶ κάποιες ἀποκαλύψεις. Γιὰ μία ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἀπο­κα­λύψεις δὲν εἶχε μιλήσει ποτὲ καὶ σὲ κανέναν 14 ὁλόκληρα χρόνια. Κι οὔτε εἶχε σκοπὸ νὰ μιλήσει. Ἀλλὰ τώρα ἀναγκάζεται νὰ τὶς φανερώσει, γιὰ ν’ ἀποδείξει ὅτι δὲν εἶναι, ὅπως λένε οἱ συκοφάντες του, ἕνας γυρο­λό­γος, ἀλλ’ ἕνας κανονικὸς ἀπόστολος, ὅσο καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι· ἕνας ἀ­πό­στολος ποὺ ἔχει ἄμεση ἐπικοινωνία μὲ τὸν Κύριο, στὸν ὁποῖο ὀφείλονται ὅλα ὅσα ἔχει πετύχει.

Ἀρχίζει λοιπὸν μὲ μία διαβεβαίωση· «Ὁ Θεὸς καὶ πατέρας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, λέει, ποὺ ζεῖ μέσα στὴ δόξα αἰωνίως, γνωρίζει ὅτι δὲν λέω ψέματα». Ἔχει δηλαδὴ ὁ ἀπόστολος πλήρη συναίσθηση τῆς πα­ρου­σίας τοῦ Θεοῦ τὴν ὥρα ποὺ γράφει τὴν Ἐπιστολή. Καὶ δίνει τὴ διαβε­βαί­ωση, γιὰ νὰ διασκορπίσει κάθε ἀμφιβολία ποὺ ὑπέβοσκε στὶς σκέψεις τῶν ἀνα­γνωστῶν του.

Στὴ Δαμασκό, τὴν πρωτεύουσα τῆς Συρίας, ὅπου εἶχε πάει σὰ διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ξαφνικά, πρὸς κατάπληξη ὅλων, βρέθηκε κήρυκας τοῦ Χρι­στοῦ. Πήγαινε κάθε Σάββατο στὴ συναγωγὴ καὶ μιλοῦσε στοὺς Ἰου­δαί­ους ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ. Κι ὅλοι ἀποροῦσαν καὶ ἔλεγαν· δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ στὴν ᾿Ιερουσαλὴμ καταδίωκε καὶ συλλάμβανε ὅσους ἐπικαλοῦνταν πίστη στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ; Κι ἐδῶ στὴ Δαμασκὸ δὲν ἦρ­θε γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό, νὰ πιάσει τοὺς Χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στοὺς ἀρχιερεῖς δεμένους;  Πῶς ἐμεῖς τὸν βλέπουμε τώρα νὰ κηρύττει Χρι­στό;  Εἶναι ἀληθινὴ ἡ μεταστροφή του; Καὶ πότε καὶ πῶς ἔγινε αὐτή; Καὶ μάθαιναν ὅλοι ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο τὸ ὅραμα τῆς μεταστροφῆς του.

Στὸ μεταξὺ ἡ θαυμαστὴ μεταστροφὴ τοῦ Παύλου καὶ τὸ δυνατὸ κή­ρυγ­μά του εἶχαν μεγάλη ἀπήχηση στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, πρᾶγμα ποὺ ἀν­η­σύχησε τοὺς ἐχθρούς του. Κατέφυγαν λοιπὸν τότε αὐτοὶ στὸ διοικητὴ τῆς πόλεως, ποὺ ἦταν ἀντιπρόσωπος τοῦ βασιλιᾶ Ἀρέτα, καὶ κατάφεραν νὰ τὸν πείσουν νὰ βάλει φρουρὰ στὶς πύλες τῆς Δαμασκοῦ, γιὰ νὰ τὸν συλ­λά­βουν καὶ νὰ τὸν θανατώσουν. Προφανῶς τὸν παρουσίασαν ὡς ἐπικίνδυνο γιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν τάξη τῆς Δαμασκοῦ.

Ἀλλ’ ὁ Θεὸς εἶχε ἄλλο πρόγραμμα γιὰ τὸν Παῦλο. Τὸν εἰδοποίησε λοι­πόν, ἄγνωστο πῶς, γιὰ τὴν ἐνέδρα, καὶ οἱ Χριστιανοὶ ποὺ τὸν προστά­τευ­αν, βρῆκαν τρόπο νὰ τὸν φυγαδεύσουν. Τὸν ἔβαλαν μέσα σ’ ἕνα χοντρὸ ψά­θινο καλάθι μὲ στέρεη βάση ἀπὸ κάτω, σὲ μιὰ σαργάνη, ὅπως τὸ ἔλε­γαν, καὶ ἀπὸ ἕνα παράθυρο τοῦ τείχους τὸν κατέβασαν μὲ σχοινιά, κι ἔτσι ξέφυγε ἀπὸ τὰ χέρια τους. Ἂς σημειωθεῖ ὅτι τὶς περισσότερες λεπτομέ­ρει­ες γι’ αὐτὴν τὴν πρώτη δοκιμασία τὶς μαθαίνουμε ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων, διότι ὁ ἀπόστολος ἐδῶ λέει πολὺ λίγα.

Στὴν συνέχεια ὁ Ἀπόστολος ἀνακοινώνει μία ἀποκάλυψη, ἕνα ὅραμά του, ποὺ εἶναι μία πρωτάκουστη καὶ μεγαλειώδης ἱστορία, ποὺ τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ βιώσει. Ἐπειδὴ ὅμως πρέπει νὰ μιλήσει γιὰ τὸ πρόσωπό του καὶ αὐτὸ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη του, τὴν ἐξιστορεῖ μὲ χί­λιες προφυλάξεις καὶ σὲ τρίτο πρόσωπο, σὰ νὰ συνέβη δηλαδὴ σὲ ἄλλον, κι ὄχι σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιο.  Ὁ καθένας ποὺ τὴ διαβάζει ὅμως καταλαβαίνει περὶ τίνος πρόκειται. Τὴν ἐξιστορεῖ ὅσο γινόταν πιὸ ἀπρόσωπα καὶ ταπεινά, γιὰ νὰ μὴν ποῦν οἱ ἄσπονδοι «φίλοι» του, αὐτοὶ ποὺ ζητοῦσαν ἀφορμὲς ὅτι περιαυτολογεῖ.

«Ξέρω, λέει, ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ πρὶν ἀπὸ 14 χρόνια ἁρπάχτηκε στὸν τρίτο οὐρανό. Δὲν ξέρω ἐκείνη τὴν ὥρα ἂν ἦταν μὲ τὸ σῶμα ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματός του· αὐτὸ τὸ ξέρει ὁ Θεός. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὅπως ἦταν, μέ­σα ἢ ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα του, δὲν τὸ ξέρω, ὁ Θεὸς τὸ ξέρει, ξέρω ὅτι ἁρπά­χθηκε στὸν παράδεισο. Καὶ ἄκουσε ἐκεῖ λόγια, ποὺ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ πεῖ. Γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καυχῶμαι, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου δὲν καυχῶμαι, παρὰ μόνο γιὰ τὶς ἀδυναμίες μου. Κι ἂν θελήσω βέβαια νὰ καυχηθῶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου, γιὰ τοὺς κόπους μου δηλαδὴ καὶ τὸ ἔργο μου, δὲν θὰ μιλήσω ἀνόητα φανταστικὰ καὶ ἀπερίσκεπτα, ἀλλὰ θὰ πῶ τὴν ἀλή­θεια. Μιλάω ὅμως γι’ αὐτὰ μὲ αὐτοσυγκράτηση καὶ φειδώ, γιὰ νὰ μὴ φαν­τα­στεῖ κανένας γιὰ μένα παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι βλέπει ἢ ἀκούει.

Καὶ γιὰ νὰ μὴ μὲ κυριεύσει ἡ ἔπαρση λόγῳ τῶν ὑπερβολικῶν ἀποκα­λύ­ψεων ποὺ ἀξιώθηκα νὰ δῶ, μοῦ δόθηκε κατὰ παραχώρηση Θεοῦ ἕνας ἄν­θρω­πος ἀντιρρησίας καὶ ἐπαναστάτης, ποὺ ἀντιστρατεύεται συνεχῶς στὸ ἔργο μου. Ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, τὸ σκόλοπα, ὅπως τὸν λέω, δὲν μπορῶ ν’ ἀπαλλαγῶ. Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο δηλαδὴ τὸν αἰσθάνομαι σὰν ἕνα σκληρὸ μυτερὸ ξύλο, σουβλί, νὰ μοῦ τρυπάει τὸ σῶμα μου. Μοῦ δόθηκε, γιὰ νὰ μοῦ δίνει ταπεινωτικὲς σβερκιές, ὥστε νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι.

Γι’ αὐτὸν τὸν ἀντάρτη ἄνθρωπο ποὺ μὲ βασανίζει, τρεῖς φορὲς παρα­κά­λεσα τὸν Κύριο ν’ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ κοντά μου, ἀλλ’ ὁ Κύριος μοῦ εἶ­πε· “Σοῦ φτάνει ἡ χάρη μου. Διότι ἡ δύναμή μου τότε φαίνεται πιὸ τέλεια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ἐνῷ εἶναι ἀδύναμος, πετυχαίνει μεγάλα μὲ τὴ δική μου δύνα­μη”. Μὲ μεγάλη μου εὐχαρίστηση θὰ καυχηθῶ λοιπὸν περισσότερο γιὰ τὶς ἀδυναμίες μου, γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖ μέσα μου ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, καὶ μέσῳ ἐμοῦ τοῦ ἀδύναμου νὰ δοξάζεται ὁ Χριστός».

Πολλὰ σχόλια θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν, ἀλλά, γιὰ νὰ μὴ μακρύνουμε τὸ λόγο, τ’ ἀφήνουμε στὸν ἀναγνώστη. Ὑπογραμμίζουμε μόνο ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ταπεινόφρονα Παῦλο τὸν ὕψωσε μέχρι τοὺς οὐρανούς. Ἔτσι ἐπιβε­βαι­ώ­νεται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ὅτι ὁ Θεὸς στοὺς ὑπερήφανους πάει κόντρα, ἐνῷ στοὺς ταπεινοὺς δίνει τὴ χάρη του.

 

Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης

 

δημοσίευσι 1/10/2010

http://www.symbole.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=260:-19--&catid=80:2010-09-07-20-04-46&Itemid=102

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο

῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

25 μαρτίου, εὐαγγελισμός (ἀπόστολος)