17η Κυριακὴ ᾿Επιστολῶν, «Ναὸς τοῦ Θεοῦ»
Ναὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ
(᾿Εκκλησία καὶ ἐκκλησιοποίηση)
17η Κυριακὴ ᾿Επιστολῶν, Β΄ Κορ 6:16-7:1
«ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστὲ ζῶντος»
Μέσα στὶς τόσες ὑψηλὲς ἔννοιες ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς ἐπιστολές του εἶναι καὶ ἡ ἔννοια τῆς ᾿Εκκλησίας, πού, ὅπως θὰ ἀναφερθεῖ πιὸ κάτω, δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια ἀλλὰ ζωντανὴ πραγματικότητα. Ὁ λόγος λοιπὸν σήμερα εἶναι γιὰ τὸν ζωντανὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέγεται καὶ ἐκκλησία, γιατί στὴν ῾Αγία Γραφὴ καὶ στοὺς λόγους τῶν ἁγίων πατέρων οἱ λέξεις ναὸς καὶ ἐκκλησία εἶναι συνώνυμες καὶ ταυτόσημες. Γιὰ νὰ δοῦμε κάπως ὁλοκληρωμένα τὸ θέμα, στὰ στενὰ πλαίσια μιᾶς μικρῆς ὁμιλίας, πρέπει νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὶς τρεῖς πραγματικότητες ποὺ χαρακτηρίζονται ἐκκλησία-ναός. Δηλαδὴ ναὸς εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ναὸς εἶναι ὁ χῶρος ὅπου συγκεντρώνεται τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ναὸς εἶναι ὁ κάθε πιστὸς ποὺ εἶναι ζωντανὸ μέλος τῆς ᾿Εκλησίας.
Ἐκκλησία-ναός, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ
Ἐδῶ στὴν ἐπιστολὴ ὁ ἀπόστολος ἀναφέρεται σὲ ὅλη τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Κορίνθου, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ ὅτι εἶστε ναὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Φυσικὰ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐκκλησιολογία συνδέεται στενὰ μὲ τὴν χριστολογία. Γι᾿ αὐτό, ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ δοθεῖ κανένας ὁρισμὸς γιὰ τὸν Χριστό, παρὰ μόνον ὅτι εἶναι Θεάνθρωπος, γιατὶ κάθε ὁρισμὸς εἶναι περιορισμός, κατὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς λόγο δὲν μπορεῖ νὰ δοθεῖ κανένας ὁρισμὸς γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία, παρὰ μόνον ὅτι εἶναι σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἢ μποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν διάφορες ἄλλες εἰκόνες.
Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος πρὸς τοὺς ᾿Εφεσίους διακηρύττει· «αὐτὸν (τὸν Χριστὸν) ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ᾿Εκκλησίᾳ, ἥ τις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πάσῃ πληρουμένου» (Εφεσ 1:22-23). Ἡ ᾿Εκκλησία δὲν εἶναι μία ἀνθρώπινη ὀργάνωση, ἀλλὰ θεανθρώπινος ὀργανισμός, δὲν εἶναι ἕνα σωματεῖο, ἀλλὰ τὸ θεανθρώπινο σῶμα, τὸ σῶμα τὸ ἅγιο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι νύμφη Χριστοῦ καὶ ἅγιος ναὸς αὐτοῦ, ὅπου κατοικεῖ ὁ ἅγιος Τριαδικὸς Θεός. Ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι κάθε ἕνας καὶ ὅλοι μαζὶ («κοινῇ πάντες») εἶστε ναὸς τοῦ Θεοῦ, γιατὶ κατοικεῖ ὁ Θεὸς «ὡς ἐν σώματι Χριστοῦ... καὶ ὡς ἐν ναῷ πνευματικῷ». Ἔτσι ἡ ᾿Εκκλησία δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ σύνολο τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ οἱ βεβαπτισμένοι καὶ οἱ βεβαιόπιστοι ποὺ συνδέονται στενὰ καὶ ὀργανικὰ μὲ τὸν Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ οἱ ἅγιοι εἶναι τὰ ζωντανὰ μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅπως ἐπανειλημμένα χαρακτηρίζει τὴν ᾿Εκκλησία ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός· «θεόλεκτον σύστημα», «θεῖον καὶ ἱερὸν σύστημα», «ὁ τῶν ἁγίων λαός», «Χριστοῦ λαός», «ἄρνες Θεοῦ, λαὸς ἅγιος, τῆς ᾿Εκκλησίας τὰ θρέμματα».
Ἐκκλησία-ναός, ὁ ἰδιαίτερος τόπος συνάξεων
Ἀλλὰ ἐκκλησία-ναὸς λέγεται καὶ ὁ χῶρος ὅπου συγκεντρώνονται οἱ πιστοί, τὰ μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας, γιὰ νὰ τελέσουν κυρίως τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μυστήρια καὶ «τελετὰς» ποὺ συνδέονται μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία καὶ ἀναφέρονται σ᾿ αὐτήν. Γιατὶ ἡ θεία Εὐχαριστία ἀποτελεῖ τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπὸ τὶς ἄλλες θρησκεῖες. Βέβαια ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἕναν ἰδιαίτερο τόπο, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ὁ τόπος ὅλων. Ὅμως μποροῦμε νὰ ποῦμε κατὰ τὸν ἅγιο ᾿Ιωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ὅτι καὶ σὲ ἕναν τόπο βρίσκεται ὁ Θεὸς καὶ λέγεται τόπος Θεοῦ καὶ ἐκεῖνος ὁ χῶρος ὅπου γίνεται «ἔκδηλος ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ».
Γιὰ τὴν χρησιμοποίηση ἑνὸς χώρου ὡς ναοῦ, ὅπου συγκεντρώνεται ἡ ᾿Εκκλησία, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γίνεται εἰδικὴ τελετή, ἡ τελετὴ τῶν ἐγκαινίων. Ἡ καθιέρωση τοῦ ναοῦ εἶναι οὐσιαστικὰ καθιέρωση τοῦ θυσιαστηρίου, «διότι εἰς αὐτὸν τὸν ναὸν τὸ θυσιαστήριον ἀνυψοῦται καὶ διὰ τὸ θυσιαστήριον ἅγιος εἶναι ὁ ναός· χωρὶς δὲ τοῦ θυσιαστηρίου δὲν εἶναι ναός, ἀλλὰ μόνον οἶκος προσευχῆς μὲ τὴν ἁγιωσύνη μόνην ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰς προσευχάς· μήτε σκήνωμα εἶναι ναὸς δόξης τοῦ Θεοῦ χωρὶς θυσιαστηρίου μήτε κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ...» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).
Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ὅτι τὸ θυσιαστήριο καθιερώνεται ἀπὸ τὸν ἀρχιερέα μὲ τὴν τοποθέτηση λειψάνων ἁγίων μαρτύρων, ποὺ φανερώνουν τοὺς τρεῖς ἄξονες ὀργανώσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι τὸ θυσιαστήριο, ὁ ἐπίσκοπος καὶ οἱ ἅγιοι. Ξεχώρισμα τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα δύο συνιστᾶ ἀπώλεια τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Πάντως ὁ ναὸς εἶναι οὐρανὸς «ἔνδον τοῦ ἱεροῦ καταπετάσματος, ὥς περ ἐν ἐπουρανίαις σκηναῖς τὸν θρόνον ἔχων τὸν δεσποτικόν, ἐφ᾿ οὗ καθήμενος ὁ τοῦ παντὸς βασιλεὺς συναίρει λόγον ἀοράτως μετὰ τὸν δούλων αὐτοῦ» (ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς).
Ἐκκλησία-ναός, ὁ κάθε πιστός
Τέλος ἐκκλησία-ναὸς εἶναι καὶ ὁ κάθε πιστός, ποὺ ζεῖ ἐν Θεῷ καὶ ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καὶ εἶναι πεπληρωμένος τῶν χαρισμάτων τοῦ Παναγίου Πνεύματος κατὰ διαφορετικὴ ἀναλογία καὶ δεκτικότητα. Ναοὶ Θεοῦ καὶ ναοὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος λέγονται καὶ οἱ ἅγιοι ὡς μετέχοντες τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς χάριτος αὐτοῦ, ὄχι βεβαίως ζῶντας αὐτόνομα, ξέχωρα, ἀλλὰ ὄντες ὀργανικὰ συνδεδεμένοι μὲ τὴν ᾿Εκκλησία, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ναὸς Θεοῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἔχει θυσιαστήριο τὴν καρδιά του, ὅπου κατοικεῖ καὶ ὁ Θεός, «ναὸς γὰρ ἅγιος τῷ Κυρίῳ τὸ κατοικητήριον ἡμῶν τῆς καρδίας» (ἅγιος Βαρνάβας). Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ στὴν καρδιά, ἡ νοερὰ καὶ καρδιακὴ καθαρὰ προσευχή, καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο ναὸ ἅγιο τοῦ Θεοῦ, διότι μέσα ἐκεῖ γίνεται ἀδιάλειπτη θεία Λειτουργία. Ἔτσι ὁμιλοῦν οἱ ἅγιοι πατέρες. Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μέσα στὴν καρδιά του μὲ τὴν ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ Θεοῦ τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Γράφει συγκεκριμένα· «καὶ τοῦτο ἐστὶ Θεοῦ ἐνοίκησις τὸ διὰ τῆς μνήμης ἐνιδρυμένον ἔχειν ἐν ἑαυτῷ τὸν Θεόν· οὕτω γινόμεθα ναὸς τοῦ Θεοῦ...»
Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ λειτουργεῖ παράλληλα μὲ τὴν μνήμη τοῦ κόσμου, γιατὶ τὴν μνήμη τοῦ κόσμου τὴν κάνει ἡ λογικὴ καὶ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ ἡ καρδιά, ποὺ κατὰ τὴν πατερικὴ διδασκαλία εἶναι τὸ κέντρο τοῦ πνευματικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ναὸς τοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται ἁπλῶς ὁ χριστιανὸς ποὺ κάνει καλὲς πράξεις, ἀλλὰ ὁ «ἐργάτης τῆς νοερᾶς προσευχῆς» καὶ αὐτὸς ποὺ ἀνεβαίνει σὲ ψηλότερες πνευματικὲς καταστάσεις. Ἐπαναλαμβάνουμε ὅμως ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται ναὸς ὄχι ὡς ἄτομο ἀπομονωμένο, ἀλλὰ ὡς πρόσωπο ζῶντας ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ἂς ἀγωνιζόμαστε, «ἵνα ὦμεν αὐτοῦ ναὸς καὶ αὐτὸς ἐν ἡμῖν Θεὸς» (ἅγιος ᾿Ιγνάτιος) ζῶντες ὀργανικὰ μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ᾿Εκκλησία, καὶ ἀναπνέοντες μέσα στὸν ναό, ὅπου τελοῦνται τὰ μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ συγκεντρώνονται τὰ μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα, ἡ τιμὴ καὶ ἡ σωτηρία μας.
᾿Αρχιμ. Ι. Σ. Β.
«Φωνὴ Κυρίου», ἔτος 33, φύλλο 39 (1689), Κυριακὴ 29 σεπτεμβρίου 1985
Σημείωσι. ῾Υπὸ τὰ ἀρχικὰ Ι.Σ.Β. πιθανὸν ἐννοεῖται ὁ τότε ἀρχιμανδρίτης ῾Ιερόθεος Σ. Βλάχος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸ 1995 εἶναι μητροπολίτης Ναυπάκτου. (Ὁμιλιάριον Συμβολῆς)