Τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως
Τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως
Διονυσίου ᾿Ανατολικιώτου
δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,
πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας
Πρὸ καιροῦ σὲ κάποια περιοδικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἔκδοσι διεξήχθη ἕνας ἐνδιαφέρων διάλογος, μεταξὺ κληρικῶν κυρίως, περὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πατρὸς Γρηγορίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ (τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη, ὡς γνωστόν, τιμᾶται τὴν Β΄ Κυριακὴ τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς). Καθὼς ἡ κάθε πλευρὰ κατέθετε τὰ ἐπιχειρήματά της, γράφτηκε κάπου ὅτι κατ᾿ ἔτος στὴν Α΄ Κυριακὴ τῆς Τεσσαρακοστῆς διαβάζουμε τὸ Συνοδικὸν τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ὅτι σὲ αὐτὸ ὁμολογοῦμε ὡς κτιστὸ τὸ φῶς ποὺ ἔλαμψε κατὰ τὴν Μεταμόρφωσι τοῦ Κυρίου! Μὲ ἀφορμὴ αὐτὴν τὴν ἐσφαλμένη διατύπωσι καλὸ εἶναι νὰ δοῦμε μὲ συντομία ποιά εἶναι ἡ κρατοῦσα λειτουργικὴ πρᾶξι καὶ ποιό τὸ ἀληθινὸ περιεχόμενο τῶν λειτουργικῶν κειμένων τῆς ᾿Εκκλησίας, πρὸς ἀποφυγὴν ἐσφαλμένων ἐντυπώσεων.
1. Κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας λαμβάνει χώρα, ὡς γνωστόν, ἡ καθιερωθεῖσα λιτάνευσι τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τὸ τυπικὸ τῆς ὁποίας ἀναλυτικῶς περιλαμβάνεται στὸ Κανονάριον (= ἐτήσιο τυπικὸ βοήθημα) τῶν Διπτύχων. Μάλιστα ἡ συγκεκριμένη λιτανεία παρατίθεται ὑπὸ δύο μορφές, μία συντομώτερη καὶ μία ἐκτενέστερη. Πρέπει νὰ διευκρινίσουμε ὅτι καὶ στὶς δύο μορφὲς τῆς λιτανεύσεως αὐτῆς δὲν διαβάζεται τὸ πλῆρες Συνοδικὸν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλὰ μόνον κάποιες βραχύτατες περικοπές του (μόλις δύο περικοπὲς στὴν σύντομη μορφή, καὶ 4 στὴν ἐκτενέστερη). Οἱ περικοπὲς αὐτὲς συμποσοῦνται σὲ κείμενο ποὺ μόλις ὑπερβαίνει τὴν μία ἔντυπη σελίδα μικροῦ σχήματος, ἐνῷ τὸ πλῆρες κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ, ποὺ ὑπάρχει στὸ λειτουργικὸ βιβλίο τοῦ Τριῳδίου, ὑπερβαίνει τὶς 10 ἔντυπες σελίδες μεγάλου σχήματος. ῾Επομένως κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας ἀναγινώσκεται ἐλαχιστότατο τμῆμα τοῦ Συνοδικοῦ, ἴσα ἴσα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς καθιερωμένης λιτανείας· τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ περιέχῃ τὶς ὑψηλὲς δογματικὲς διδασκαλίες τοῦ πλήρους κειμένου, καὶ θὰ ἦταν ἀτόπημα νὰ νομίσουμε ὅτι μὲ τὶς λίγες ἐκεῖνες παραγράφους ποὺ ἀκούσαμε, ἔχουμε μάθει καὶ κατανοήσει τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς ᾿Ορθοδοξίας.
2. Ἂν ἀνατρέξῃ κανεὶς στὸ πλῆρες Συνοδικόν, ποὺ ὑπάρχει στὸ ἔντυπο Τριῴδιο (ἀλλὰ καὶ στὸ διαδίκτυο τὰ τελευταῖα χρόνια), θὰ διαπιστώσῃ ὅτι ὑπάρχουν ἐκτεταμένες καὶ σαφέστατες ἀναφορὲς στὸ φῶς τῆς θείας Μεταμορφώσεως. Συγκεκριμένα στὸ τμῆμα τοῦ Συνοδικοῦ ποὺ ἐπιγράφεται «Τὰ κατὰ τοῦ Βαρλαὰμ καὶ ᾿Ακινδύνου (8) κεφάλαια» ἀναφέρονται ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς·
Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνῳ καὶ τοῖς ὀπαδοῖς καὶ διαδόχοις αὐτῶν, ἀνάθεμα (γ΄). Τοῖς αὐτοῖς φρονοῦσι καὶ λέγουσι τὸ λάμψαν ἀπὸ τοῦ Κυρίου ἐπὶ τῆς θείας αὐτοῦ Μεταμορφώσεως φῶς ποτὲ μὲν εἶναι ἴνδαλμα καὶ κτίσμα καὶ φάσμα ἐπὶ βραχὺ φανὲν καὶ διαλυθὲν παραχρῆμα, ποτὲ δὲ αὐτὴν τὴν οὐσίαν τοῦ Θεοῦ, ὡς εἰς αὐτὰ τὰ ἐναντιώτατα φρενοβλαβῶς καὶ ἀδύνατα παντελῶς ἑαυτοὺς ἐπιρρίπτουσι, καὶ τοῦτο μὲν τὴν Ἀρείου μαινομένοις μανίαν εἰς κτιστὰ καὶ ἄκτιστα τὴν μίαν θεότητα καὶ τὸν ἕνα Θεὸν κατατέμνοντος, τοῦτο δὲ τῇ τῶν Μασσαλιανῶν δυσσεβείᾳ συμφυρομένοις, τὴν θείαν οὐσίαν ὁρατὴν εἶναι λεγόντων, μὴ ὁμολογοῦσι δὲ κατὰ τὰς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καὶ τὸ τῆς ᾿Εκκλησίας εὐσεβὲς φρόνημα, μήτε κτίσμα εἶναι τὸ θειότατον ἐκεῖνο φῶς μήτε οὐσίαν Θεοῦ, ἀλλ’ ἄκτιστον καὶ φυσικὴν χάριν καὶ ἔλλαμψιν καὶ ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς θείας οὐσίας ἀχωρίστως ἀεὶ προϊοῦσαν, ἀνάθεμα (γ΄).
᾿Αρκετὲς παραγράφους παρακάτω (μετὰ τὴν φήμη τῶν τεθνεώτων ὀρθοδόξων βασιλέων) τὸ Συνοδικὸν ἐπανέρχεται στὸ θέμα καὶ ἀφιερώνει ἄλλες δύο παραγράφους, οἱ ὁποῖες εἶναι οἱ ἀκόλουθες·
Τῶν ὁμολογούντων τὸ ἐκλάμψαν ἀπορρήτως φῶς ἐπὶ τοῦ ὄρους τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως φῶς ἀπρόσιτον εἶναι καὶ φῶς ἄπλετον καὶ φύσιν ἀπερινόητον θείας αἴγλης καὶ δόξαν ἀπόρρητον καὶ θεότητος δόξαν ὑπερτελῆ καὶ προτέλειον καὶ ἄχρονον τοῦ Υἱοῦ δόξαν καὶ βασιλείαν Θεοῦ καὶ κάλλος ἀληθινὸν καὶ ἐράσμιον περὶ τὴν θείαν καὶ μακαρίαν φύσιν καὶ φυσικὴν δόξαν Θεοῦ καὶ θεότητα Πατρὸς καὶ Πνεύματος ἐν Υἱῷ μονογενεῖ ἀπαστράπτουσαν, ὡς οἱ θεῖοι καὶ θεοφόροι πατέρες ἡμῶν εἰρήκασιν, Ἀθανάσιος καὶ Βασίλειος οἱ μεγάλοι, Γρηγόριος ὁ θεολόγος καὶ Ἰωάννης ὁ χρυσόστομος ἔτι τε καὶ ὁ ἐκ Δαμασκοῦ Ἰωάννης, καὶ διὰ ταῦτα καὶ ἄκτιστον δοξαζόντων τὸ θειότατον τοῦτο φῶς, αἰωνία ἡ μνήμη (γ΄).
Τῶν δοξαζόντων τὸ φῶς τῆς τοῦ Κυρίου μεταμορφώσεως ἄκτιστον μὲν διὰ τὰ προειρημένα, μὴ μέντοιγε αὐτὸ εἶναι λεγόντων τὴν ὑπερούσιον τοῦ Θεοῦ οὐσίαν ὡς ἐκείνης ἀοράτου παντάπασι καὶ ἀμεθέκτου μενούσης· «Θεὸν γὰρ οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε», δηλαδὴ καθὼς ἔχει φύσεως, οἱ θεολόγοι φασί· δόξαν δὲ μᾶλλον αὐτὸ λεγόντων φυσικὴν τῆς ὑπερουσίου οὐσίας ἐξ ἐκείνης προϊοῦσαν ἀδιαιρέτως καὶ ἐπιφαινομένην διὰ φιλανθρωπίαν Θεοῦ τοῖς κεκαθαρμένοις τὸν νοῦν, μεθ’ ἧς δόξης ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς ἥξει κατὰ τὴν δευτέραν καὶ φρικτὴν αὐτοῦ παρουσίαν «κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς», ὡς οἱ θεολόγοι τῆς ἐκκλησίας φασίν, αἰωνία ἡ μνήμη (γ΄).
3. ῞Οπως πληροφορούμαστε ἀπὸ τὸ ἐπίσημο αὐτὸ δογματικὸ κείμενο τῆς ᾿Εκκλησίας μας, οἱ αἱρετικοὶ Βαρλαὰμ καὶ ᾿Ακίνδυνος, καθὼς καὶ οἱ ὀπαδοὶ καὶ διάδοχοί τους, θεωροῦσαν καὶ δίδασκαν ὅτι τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως ἦταν κτιστὸ καὶ ὑλικό. Αὐτοὶ ὅλοι ὅμως ἦσαν αἱρετικοὶ καὶ φανατικοὶ ἀντίπαλοι τοῦ μεγάλου ὑπερασπιστοῦ καὶ αὐθεντικοῦ ἐκφραστοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γι᾿ αὐτὸ καταδικάστηκαν καὶ ἀναθεματίστηκαν ἀπὸ τρεῖς συνόδους, οἱ ὁποῖες ἔχουν κῦρος πανορθόδοξο καὶ οἰκουμενικό. ᾿Αντιθέτως ὅσοι ἀναγνωρίζουν καὶ ὁμολογοῦν ὅτι τὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως ἦταν ἄκτιστο, πνευματικό, ταυτιζόμενο μὲ τὴν ἄκτιστη θεία χάρι τοῦ ῾Ενὸς καὶ Τριαδικοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ ἐπαινοῦνται, μακαρίζονται καὶ εὐλογοῦνται αἰωνίως. Σήμερα οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαὰμ καὶ τῶν ὑποστηρικτῶν του ἀποτελοῦν ἐπίσημη διδασκαλία τῶν παπικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔτσι γίνονται διάδοχοι τῶν παλαιῶν ἐκείνων αἱρετικῶν καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο λαμβάνουν τὸ τριπλὸ ἀνάθεμα τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. «Τριπλὸ ἀνάθεμα» δὲν σημαίνει οὔτε ὑποτίμησι οὔτε ἐξύβρισι· σημαίνει πλήρη σαφῆ καὶ ὁριστικὸ ἀποχωρισμὸ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς ἀληθινῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. ῞Οπως γιὰ παράδειγμα μπορεῖ καὶ ἕνας ὁποιοσδήποτε σύλλογος ἢ ἀκόμη καὶ πολιτικὸς φορέας νὰ διαγράψῃ ὁριστικὰ κάποια μέλη του, ποὺ κρίθηκαν ὅτι δὲν συμβαδίζουν μὲ τὶς βασικὲς ἀρχὲς τοῦ συλλόγου, ἔτσι ἀκριβῶς πράττει καὶ ἡ ᾿Εκκλησία μὲ ὅσους δὲν σέβονται καὶ δὲν ἀκολουθοῦν τὶς ἀλήθειες τῆς θεοπαραδότου πίστεως ποὺ ἡ ἴδια κηρύττει.
῾Επομένως σύμφωνα μὲ τὸ πραγματικὸ καὶ πλῆρες κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τὸ ὁποῖο λόγῳ τῆς μεγάλης ἐκτάσεώς του δὲν διαβάζεται κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τὸ φῶς ποὺ ἐκπήγασε ἀπὸ τὸν μεταμορφωθέντα Κύριο καὶ περιέλαμψε τοὺς τρεῖς αὐτόπτες μαθητὲς εἶναι φῶς ἄκτιστον, καὶ αὐτὸ εἶναι σωτήριον τῆς ᾿Εκκλησίας δόγμα καὶ γλυκὺ τῆς ᾿Ορθοδοξίας κήρυγμα.
Τέλος, εἶναι ἀσφαλῶς ἀξιοθαύμαστο ἢ ἴσως καὶ ἀπορίας ἄξιον τὸ ὅτι τόσο ἔντονα συνδέεται ἡ πρώτη Κυριακὴ τῆς Τεσσαρακοστῆς μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως, τὴν ὁποία ἑορτάζουμε σχεδὸν 6 μῆνες ἀργότερα, στὶς 6 Αὐγούστου. Ἂς μὴν ἀποροῦμε ὅμως, διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι ὑπάρχει θεολογικὴ ἑνότητα μεταξὺ ὅλων τῶν δεσποτικῶν ἑορτῶν καὶ ἀλληλοπεριέχονται ὅλες μαζὶ καὶ ἡ κάθε μία χωριστὰ μέσα σὲ κάθε ἑορτὴ τοῦ Κυρίου μας, ἂς ἔχουμε κατὰ νοῦ ὅτι ἡ Μεταμόρφωσι ὡς γεγονὸς συνέβη πράγματι 40 ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ 40 ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη Παρασκευή! Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τὴν ἑορτάζουμε στὴν ἀρχὴ κάθε Τεσσαρακοστῆς. ῾Η ᾿Εκκλησία ὅμως ἀποφάσισε νὰ μεταθέσῃ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ κατὰ 6 ὁλόκληρους μῆνες λόγῳ τῆς νηστείας καὶ ἀπὸ κινητὴ ἑορτὴ τὴν μετέτρεψε σὲ σταθερή, ὥστε νὰ τὴν ἑορτάζουμε μὲ ὅλο τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν λαμπρότητα ποὺ ἁρμόζει.
«᾿Εκκλησιολόγος», φ. 502, 4/3/2017