Αὐγούστου 31, τιμίας Ζώνης
᾿Απὸ τὸ ἑορτολόγιον τῆς ᾽Εκκλησίας
῾Η ἑορτὴ τῆς τιμίας ζώνης
31 Αὐγούστου
Διονυσίου ᾿Ανατολικιώτου
δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,
πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας
Στὶς 31 Aὐγούστου κατὰ τὸ συναξάριον τελεῖται ἡ «μνήμη τῆς καταθέσεως τῆς τιμίας ζώνης τῆς ὑπεραγίας θεοτόκου». Κατὰ τὴν τάξι τοῦ ἐν χρήσει μηναίου πρόκειται γιὰ μικρὴ ἑορτὴ θεομητορικοῦ ἀμφίου, χωρὶς προεόρτια καὶ μεθέορτα, ἀλλὰ μὲ ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ, καθίσματα καὶ αἴνους στὸν ὄρθρο καὶ μὲ δοξολογία μεγάλη.
᾽Απὸ τὶς συναξαριστικὲς πληροφορίες καὶ τὶς σχετικὲς ἁγιολογικὲς μελέτες φαίνεται ὅτι ἡ ἑορτὴ αὐτὴ συνδέεται στενότατα ὄχι μόνον μὲ τὸν ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἄλλη ὁμοειδῆ ἑορτὴ τῆς καταθέσεως τῆς «τιμίας ἐσθῆτος» (2 ᾽Ιουλίου). ῾Η ἑνότητα τῶν δύο ἑορτῶν καταδεικνύεται ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι στὰ ἐν χρήσει μηναῖα οἱ ἀκολουθίες τῆς 2ας ᾽Ιουλίου καὶ τῆς 31ης Αὐγούστου ταυτίζονται σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ. Συγκεκριμένα οἱ δύο ἀκολουθίες ἔχουν·
α) τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ἀπολυτίκιο («Θεοτόκε ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη»)·
β) τὰ ἴδια δοξαστικὰ στὸν ἑσπερινό, «Φρένα καθάραντες καὶ νοῦν» καὶ «῾Ως στέφανον ὑπέρλαμπρον», τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνονται ἀνὰ ἕνα στοὺς αἴνους τοῦ ὄρθρου·
γ) τὸ ἴδιο ὑμνογραφικὸ κάθισμα στὴν ἀρχὴ τοῦ ὄρθρου, σὲ ἦχο δ΄ πρὸς τὸ «᾽Επεφάνης σήμερον», τὸ ὁποῖο στὶς μὲν 2 ᾽Ιουλίου ἀρχίζει μὲ τὶς λέξεις «Τῆς σεπτῆς ἐσθῆτός σου τῇ καταθέσει», στὶς δὲ 31 Αὐγούστου μὲ τὶς λέξεις «Τῆς τιμίας ζώνης σου τῇ καταθέσει», τὸ δὲ ὑπόλοιπο τροπάριο εἶναι ἀκριβῶς ἴδιο·
καὶ δ) τὸν ἴδιο θεομητορικὸ κανόνα σὲ ἦχο δ΄, μὲ εἱρμὸ «Θαλάσσης τὸ ἐρυθραῖον πέλαγος», ὁ ὁποῖος προφανῶς ἀρχικὰ συντάχτηκε γιὰ τὴν ἀκολουθία τῆς τιμίας ζώνης (31 Αὐγούστου), ὅπου εἶναι πρῶτος κανὼν τοῦ ὄρθρου καὶ πληρέστερος, ἀλλὰ κατόπιν χρησιμοποιήθηκε καὶ ὡς δεύτερος κανὼν στὸν ὄρθρο τῆς τιμίας ἐσθῆτος (2 ᾽Ιουλίου) μὲ ἐλάχιστες ἀναγκαῖες προσαρμογὲς σὲ κάποια σημεῖα καὶ μὲ ἕνα τροπάριο λιγώτερο σὲ κάθε ᾠδή.
Σύμφωνα μὲ τὸ συναξάριον τῆς ἡμέρας ἡ ἐν λόγῳ κατάθεσι τῆς τιμίας ζώνης ἔγινε στὴν «ἁγία σορό», ποὺ βρισκόταν στὸν ναὸ τῆς θεοτόκου στὰ Χαλκοπρατεῖα τῆς Κωνσταντινουπόλεως. ᾿Αναφέρονται ἐπίσης στὶς πηγὲς καὶ οἱ φράσεις «σορὸν ὁμοίαν... κατασκευάσαντες», «τὴν τιμίαν σορὸν κατέθετο» καὶ «ἔνθα καὶ νῦν αὕτη ἡ τιμία σορὸς κατακειμένη, μέχρι καὶ νῦν φυλακτήριον ὑπάρχει τῇ Πόλει καὶ νόσων καὶ πολεμίων ἐλατήριον». Γενικῶς σὲ ἀμφότερες τὶς ἀκολουθίες τῆς τιμίας ἐσθῆτος καὶ τῆς τιμίας ζώνης προβάλλεται καὶ οἱονεὶ συντιμᾶται καὶ ἡ «ἁγία σορὸς τῆς θεοτόκου». ᾽Εδῶ «σορὸς» δὲν σημαίνει ποτὲ καὶ καθόλου τὸ νεκρὸ σῶμα, τὸ λείψανο τοῦ ἐκλιπόντος· ἡ νεοελληνικὴ αὐτὴ σημασία εἶναι πολὺ νεώτερη καὶ ἐντελῶς ἄγνωστη σὲ ὅλη τὴν ἀρχαία ἑλληνική, τὴν ἑλληνιστικὴ καὶ τὴν μεσαιωνικὴ βυζαντινὴ περίοδο.
Ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὸν 2ο λόγο του στὴν κοίμησι τῆς θεοτόκου (P.G. 96,748-752) παρέχει κάποιες πληροφορίες γιὰ τὰ ἐντάφια θεομητορικὰ ἄμφια, ἀναφέρεται δὲ καὶ στὴν «σορὸ» μὲ τὶς ἀκόλουθες φράσεις· «...ἔνθα τὸ ζωηφόρον αὐτῆς σῶμα κατετέθη ἐν σορῷ», «τὸ δὲ θεοδόχον αὐτῆς σῶμα... ἐν σορῷ τῇ ἐν Γεθσημανῇ κατετέθη», «...ἤνοιξαν τὴν σορόν», «...ἠσφαλίσαντο τὴν σορόν», «ᾔτησαν αὐτὸν ...τὴν ἁγίαν ἐκείνην σορὸν μετὰ τῶν ἐν αὐτῇ τῆς ἐνδόξου καὶ παναγίας θεοτόκου Μαρίας ἱματίων βεβουλλωμένην ἀσφαλῶς αὐτοῖς ἀποσταλῆναι· καὶ ταύτην ἀποσταλεῖσαν κατέθεντο ἐν τῷ ἐν Βλαχέρναις δομηθέντι σεβασμίῳ οἴκῳ τῆς ἁγίας θεοτόκου». Τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ μᾶς βοηθοῦν ἀκόμη περισσότερο στὴν κατανόησι τῆς διερευνωμένης λέξεως.
«Σορὸς» λοιπὸν ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια μέχρι τὰ ὄψιμα βυζαντινὰ καὶ μέχρι τοὐλάχιστον τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας λέγεται τὸ φέρετρο ἢ σαρκοφάγος ἢ «κάσσα» ἢ νεκροκρέβατο ἢ νεκροθήκη, ποὺ ἐπίσης καλεῖται στὰ διάφορα κείμενα τῆς ἐποχῆς καὶ «κλίνη», «λάρναξ», «κιβώτιον» καὶ «κιβωτός». Τὴν παροιμιώδη φράσι ποὺ λέμε σήμερα «εἶναι μὲ τὸ ἕνα πόδι στὸν τάφο» οἱ ἀρχαῖοι τὴν ἔλεγαν· «τὸν ἕτερον πόδα ἐν τῇ σορῷ ἔχει» (= ἔχει τὸ ἄλλο πόδι στὸ φέρετρο).
Στὰ ἐγκαίνια τῶν ναῶν ἀνέκαθεν συνηθίζεται νὰ προσκομίζωνται ἐντὸς περιτέχνου λειψανοθήκης καὶ λείψανα μαρτύρων, τὰ ὁποῖα ἀρχικῶς προέρχονταν ἀπὸ τὸν μάρτυρα ἢ τὸν ἅγιο στὸν ὁποῖο ἀφιέρωναν τὸν νέο ναό, ἀργότερα δὲ ἀπὸ ὁποιουσδήποτε ἁγίους, τῶν ὁποίων μποροῦν νὰ βρεθοῦν τίμια λείψανα. ᾿Επειδὴ βεβαίως λείψανα τῆς παρθένου Μαρίας δὲν ὑπάρχουν, στὰ ἐγκαίνια τῶν πρὸς τιμήν της ναῶν προφανῶς προσκόμιζαν μὲ ἐπίσημη λιτάνευσι εἴτε κάποια εἰκόνα τῆς θεοτόκου εἴτε κάποιο κιβώτιο-θήκη-λάρνακα-«φέρετρον», τὸ ὁποῖο ἀντὶ γιὰ λείψανα περιεῖχε ἴσως κάποια θεομητορικὴ εἰκόνα, ζωγραφιστὴ ἢ κεντητή, καὶ πάνω στὴν εἰκόνα διάφορα ἀντικείμενα ἀφιερωμένα στὴν θεοτόκο ὅπως πολυτελῆ ἐνδύματα, μαφόρια, γυναικεῖες διακοσμητικὲς ζῶνες καὶ ἄλλα παρόμοια, μὲ τὰ ὁποῖα «ἔντυναν» τὴν εἰκόνα, θεωρῶντάς τα μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὡς «ἄμφια», δηλαδὴ ἐνδύματα, τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου. (῞Οπως περίπου καὶ ἐμεῖς στὰ νεώτερα χρόνια ντύνουμε κάποιες εἰκόνες μὲ ἀσημένια «πουκάμισα», ἢ ὅπως μέχρι τὶς ἡμέρες μας στὰ ῾Επτάνησα φοροῦν γιὰ ἕνα διάστημα στὰ λείψανα τῶν ἁγίων Σπυρίδωνος καὶ Διονυσίου «ἐμβάδες», δηλαδὴ παντόφλες, καὶ ἀργότερα μοιράζουν τὰ τεμάχια αὐτῶν τῶν ὑποδημάτων ὡς εὐλογία.) Αὐτὰ τὰ ἀφιερώματα ὑποκαθιστοῦσαν κατὰ κάποιον τρόπο τὰ λείψανα ποὺ δὲν ὑπῆρχαν.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἂς λάβουμε ὑπόψι μας τὶς ἀναφορὲς καὶ τὴν ὁρολογία παλαιῶν λειτουργικῶν καὶ ἁγιολογικῶν κειμένων, ποὺ κάποιες φορὲς μία θεομητορικὴ εἰκόνα μπορεῖ νὰ τὴν ὀνομάζουν «σῶμα τῆς θεομήτορος» ἢ ὅτι χιτῶνες καὶ ἐνδύματα, ποὺ τοποθετοῦνταν πάνω σὲ μία θεομητορικὴ εἰκόνα ἀπὸ εὐλάβεια καὶ πρὸς ἁγιασμὸ τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν, ὀνομάζονται ἐνίοτε «ἄμφια τῆς θεοτόκου», τὸ δὲ κιβώτιον-θήκη τὸ λένε «ἁγία σορὸ τῆς θεοτόκου», δηλαδὴ ἱερὸ φέρετρο-λάρνακα, κλπ.. (Βλέπε τὰ συναξάρια τῆς 2ας ᾽Ιουλίου καὶ τῆς 31ης Αὐγούστου στὰ ἐν χρήσει μηναῖα, τὸν κώδικα Βατοπεδίου 1199 φ. 212, καθὼς καὶ τὸ «῾Αγιολόγιον» τοῦ Σωφρονίου Εὐστρατιάδου σελ. 195-197.)
᾿Απὸ αὐτὲς τὶς μαρτυρίες ἀντιλαμβανόμαστε ἀπὸ ποῦ προέρχονται τὰ διάφορα θεομητορικὰ ἄμφια ποὺ τιμᾷ σὲ ὡρισμένες περιπτώσεις ἡ ἐκκλησία. Στὴν πραγματικότητα δὲν πρόκειται γιὰ κειμήλια ἡλικίας 2.000 ἐτῶν, ἀλλὰ γιὰ πολὺ νεώτερα ἀντικείμενα, ἀφιερωμένα στὴν θεοτόκο, ποὺ τὰ «φοροῦσε» γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα κάποια εἰκόνα της ἢ ἦσαν κατατεθειμένα σὲ κάποια θεομητορικὴ θήκη-λάρνακα. ῾Επόμενο εἶναι στὶς παλαιότερες πηγὲς νὰ ὑπάρχουν μαρτυρίες καὶ ἀναφορὲς γιὰ πολλὰ θεομητορικὰ ἄμφια, ἐσθῆτες, ζῶνες καὶ λοιπά.
᾽Εφόσον λοιπὸν ἡ «ἁγία σορός» (= ἅγιο φέρετρο, ἅγιο κιβώτιο, ἁγία θήκη), ὅπου κατατέθηκε ἡ τιμία ζώνη, βρισκόταν στὸν ναὸ τῆς θεοτόκου στὰ Χαλκοπρατεῖα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἕπεται ὅτι πρόκειται γιὰ διαφορετικὴ θεομητορικὴ «σορὸ» ἀπὸ ἐκείνην ποὺ βρισκόταν στὶς Βλαχέρνες, ἄρα στὴν Κωνσταντινούπολι μεταξὺ 8ου καὶ 12ου αἰῶνος βάσει τῶν πηγῶν ὑπῆρχαν ταυτοχρόνως τρεῖς (τοὐλάχιστον) θεομητορικοὶ «σοροὶ» καὶ πολλὰ θεομητορικὰ ἄμφια. ῾Η συγκεκριμένη κατάθεσι τῆς τιμίας ζώνης φέρεται ὅτι συνέβη γύρω στὸν 6ο αἰῶνα, ἀλλὰ ἡ ἐτήσια ἀνάμνησί της καθιερώθηκε ὡς μικρὰ ἑορτὴ θεομητορικοῦ ἀμφίου πιθανὸν γύρω στὸν 9ο αἰῶνα, ἡ δὲ σχετικὴ ἀκολουθία διατηρεῖται μέχρι σήμερα στὰ ἐν χρήσει μηναῖα, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε λεπτομερῶς.
«᾿Εκκλησιολόγος», φύλλο 880, Πάτραι 31/08/2024