Εὐαγγ. Κυρ. 1ης Ματθαιου «Οἱ ἅγιοι τῆς ᾿Εκκλησίας»
Οἱ ἅγιοι τῆς ᾿Εκκλησίας
Κυριακὴ 1η Ματθαίου (῾Αγίων Πάντων) – Ματθ. 10:32-33,37-38, 19:27-30
«῝Ος ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου»
Προοίμιον. ῾Η δικαιολογία πολλῶν· «Ζοῦμε μέσα στὸν κόσμο. ῾Ο κόσμος προκαλεῖ σκάνδαλα καὶ πειρασμούς. Προβάλλει τὸ κακὸ καὶ παρασύρει στὴν ἁμαρτία... Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουμε τὴ χριστιανικὴ ζωή;»
α. Οἱ ἅγιοι νίκησαν τὸν κόσμο. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ δικαιολογία ἀνατρέπουν οἱ ἅγιοι· οἱ ἅγιοι βασιλεῖς, οἱ ἅγιοι διανοούμενοι, οἱ ἅγιοι ἐπαγγελματίες, οἱ ἅγιοι ἀγρότες, οἱ ἅγιοι ἄνδρες καὶ οἱ ἅγιες γυναῖκες, οἱ ἅγιοι νέοι καὶ νέες καὶ τὰ ἅγια παιδιά. Γιατὶ κι αὐτοὶ ἔζησαν μέσα στὸν κόσμο καὶ γνώρισαν τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰ σκάνδαλα, καὶ ὅμως νίκησαν τὸν κόσμο, τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀδικία. Περιφρόνησαν τὰ πλούτη καὶ τὴ ζωὴ τῆς διαφθορᾶς.
β. Οἱ ἅγιοι νίκησαν τὸν ἑαυτό τους. Δεύτερη δικαιολογία· «Καὶ ὁ κόσμος νὰ μὴ μᾶς ἐμπόδιζε καὶ νὰ μὴ μᾶς ἔσπρωχνε στὸ κακό, τὴ δυσκολία τὴν ἔχομε μέσα μας, στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. ῾Η φύση μας εἶναι ἀλλοτριωμένη καὶ ἁμαρτωλή. Θέλομε νὰ γίνουμε καλοί, νὰ ζήσουμε χριστιανικά· δὲν μποροῦμε ὅμως. Τὰ πάθη μᾶς αἰχμαλωτίζουν καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ αὐτά».
᾿Αλλὰ καὶ οἱ ἅγιοι ἦσαν ἄνθρωποι μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ. Εἶχαν κι αὐτοὶ τὴν ἴδια ἀδύνατη καὶ ἀλλοτριωμένη, μεταπτωτικὴ φύση. Καὶ εἶχαν ὄχι μόνο τὶς ἴδιες δυσκολίες μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά, μερικοὶ τουλάχιστον ἀπὸ αὐτούς, εἶχαν ἡττηθεῖ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς καὶ εἶχαν ὑποκύψει στὴν ἁμαρτία. ᾿Αρκετοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἦσαν προηγουμένως «ἅρπαγες, ἄδικοι, τελῶνες καὶ πόρνες» καὶ ὅμως νίκησαν τὸν ἑαυτό τους καὶ ἔγιναν σιγὰ σιγὰ ἅγιοι. ᾿Απὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας ἦλθαν στὸ φῶς τῆς ἁγιότητος.
᾿Επίλογος. Οἱ ἅγιοι νίκησαν τὸν κόσμο καὶ τὸν ἑαυτό τους. Πῶς ὅμως; Ὄχι βέβαια μὲ τὴ δική τους μόνο προσπάθεια, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴ δύναμη τῆς ἁγιαστικῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ (βλ. Φιλ. 4:13). ῾Η σημασία τῆς συμμετοχῆς μας στὰ ἱερὰ μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας.
Η ΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
«῞Αγιοι γίνεσθε».
Προοίμιον. ῞Ενα βασικὸ στοιχεῖο τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος εἶναι ἡ ἁγιότητα, ἡ πίστη δηλαδὴ στὸν Θεὸ μὲ ἀπόλυτη ἀφοσίωση καὶ ἀγάπη, ποὺ χαρακτηρίζει ὁλόκληρη τὴ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου. ῾Η ἁγιότητα ἑπομένως εἶναι βασικὴ ἐπιδίωξη τοῦ κάθε χριστιανοῦ.
α. Οἱ ἐχθροὶ τῆς ἁγιότητος. Τὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο ζοῦμε ὡς χριστιανοί· ὁ «κόσμος»! ῾Ο κόσμος μὲ ἄλλα συνήθως ἀπασχολεῖται καὶ γιὰ ἄλλα ἐνδιαφέρεται· μὲ θέματα ποὺ δὲν ἀγγίζουν οὐσιαστικὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἐπιφανειακά, τὴν ἐπιδερμίδα κυρίως καὶ τὶς αἰσθήσεις του.
β. Οἱ φίλοι τῆς ἁγιότητος. ῾Υπάρχουν ὅμως καὶ οἱ φίλοι τῆς ἁγιότητος. Εἶναι οἱ ἅγιοι τῆς ᾿Εκκλησίας μας, οἱ ἅγιοι Πάντες, τοὺς ὁποίους μνημονεύει σήμερα ἡ ᾿Εκκλησία μας. Οἱ ἅγιοι πῆραν στὰ σοβαρὰ τὴν προτροπὴ τοῦ Θεοῦ· «῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιος εἰμί» (Α΄ Πέτρ. 1:16). Τοῦτο τὸ μεγάλο κατόρθωμα πέτυχαν οἱ ἅγιοι, τὸ ὅτι ἔκαμαν τὴν ἁγιότητα κάτι τὸ πραγματικὸ καὶ χειροπιαστό. Διότι στὰ πρόσωπά τους, στὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία τους βλέπουμε, ψηλαφοῦμε καὶ θαυμάζουμε τὴν ἁγιότητα.
᾿Επίλογος. Τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα «τί εἶναι ἡ ἁγιότητα» τὴν βρίσκομε στὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων Πάντων. ῾Η ἁγιότητα εἶναι ποιότητα ζωῆς καὶ κατάσταση ζωῆς καὶ πολιτείας. ῾Η ἁγιότητα εἶναι καρπὸς καὶ δημιουργία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Η ἁγιότητα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς συνεργασίας Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ τελειώνεται στὴν αἰωνιότητα, σὲ μιὰ κατάσταση συνεχοῦς τελειώσεως.
(1978)
«ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΑΓΙΟΣ»
«῞Αγιοι γίνεσθε».
Προοίμιον. Οἱ ἅγιοι δὲν ἦσαν ἅγιοι, ἀλλὰ ἔγιναν ἅγιοι. Καὶ ἔγιναν ἅγιοι, ὄχι γιατὶ τοὺς ἔκαναν ἄλλοι, ἀλλὰ διότι τὸ θέλησαν οἱ ἴδιοι.
α. Μποροῦμε νὰ γίνουμε ἅγιοι. ῞Ολοι μας γεννιόμαστε ὡς ἀδύναμοι ἄνθρωποι. ῾Η ἀνθρώπινη φύση μας εἶναι θνητὴ καὶ φθαρτή. Εἶναι ὅμως καὶ τρεπτή. Μπορεῖ βέβαια νὰ τραπεῖ πρὸς τὸ κακό, μπορεῖ ὅμως νὰ στραφεῖ καὶ πρὸς τὸ καλό. ῾Υπάρχει στὸν ἄνθρωπο ἡ μεταπτωτικὴ ροπὴ πρὸς τὸ κακό, ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ δυνατότητα νὰ στραφεῖ καὶ πρὸς τὸ ἀγαθό. Τράπηκε ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸ χειρότερο μὲ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸν Θεό, μπορεῖ ὅμως μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸ καλύτερο, πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἅγιος.
β. Πρέπει νὰ τὸ θελήσουμε νὰ γίνουμε ἅγιοι. Γιὰ νὰ πετύχει ὁ ἄνθρωπος κάτι στὴ ζωή του, πρέπει νὰ τὸ θελήσει. Γινόμαστε ἱερεῖς, ἐπιστήμονες, ἐπαγγελματίες, διότι τὸ θέλομε. Κανεὶς δὲν μᾶς ἔκανε διὰ τῆς βίας. Μόνοι μας τὸ θελήσαμε καὶ τὸ ἐπιδιώξαμε. Γιὰ νὰ γίνουμε λοιπὸν ἅγιοι, πρέπει νὰ τὸ θελήσουμε. Καὶ δὲν γινόμαστε συνήθως ἅγιοι, διότι δὲν τὸ θέλομε καὶ ἑπομένως δὲν τὸ ἐπιδιώκομε. Οἱ ἅγιοι τῆς ᾿Εκκλησίας ἔγιναν ἅγιοι, διότι τὸ θέλησαν καὶ τὸ ἐπεδίωξαν. ᾿Αγωνίσθηκαν ὅλη τους τὴ ζωὴ «ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι» (῾Εβρ. 11:37).
᾿Επίλογος. Στὴν μνήμη τῶν ῾Αγίων Πάντων ἡ ᾿Εκκλησία μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι πρέπει καὶ μεῖς νὰ θελήσουμε νὰ γινόμαστε καλύτεροι, νὰ προοδεύουμε στὴν πνευματικὴ ζωή, νὰ μοιάζουμε μὲ τοὺς ἁγίους.
Μητροπολίτης ᾿Αχελῴου Εὐθύμιος (†2019)
Πρβλ. Εὐθυμίου Κ. Στύλιου, μητροπολίτου ᾿Αχελῴου, «Λόγος ζωῆς» (ὀρθόδοξο κηρυγματικὸ θεματολόγιο), ᾿Αθήνα 2001.