Εὐαγγέλιον κυρ. παραλύτου, «῎Eλλειψι ἀνθρώπων»
Ἡ ἔλλειψις ἀνθρώπων
Κυριακὴ τοῦ παραλύτου (Ιω. 5:1-15)
«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» (Ιω. 5:7).
Ὅσον αὐξάνεται ὁ πληθυσμὸς τῆς γῆς, τόσον φαίνεται ὅτι ὀλιγοστεύουν οἱ ἄνθρωποι. Ἡ κραυγὴ τῆς ἀπελπισίας τοῦ δυστυχισμένου παραλυτικοῦ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου εἶναι κραυγὴ ἑκατομμυρίων ψυχῶν, εἶναι κραυγὴ ὁλοκλήρου τοῦ πολιτισμοῦ. «Ἄνθρωπον, φωνάζουν, οὐκ ἔχω» (Ιω. 5:7). Ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς ἔχει κατασκευάσει μηχανάς, διηπειρωτικὰ βλήματα, διαπλανητικοὺς πυραύλους, τεχνητοὺς δορυφόρους, καὶ τεχνητοὺς πλανήτας. Δὲν ἔχει ὅμως δημιουργήσει ἀνθρώπους. Πολιτισμὸς δὲ χωρὶς ἄνθρωπο δὲν εἶναι πολιτισμός.
Ἡ κραυγὴ τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ
«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», μᾶς φωνάζει ἡ ἐπιστήμη. Διότι ἡ ἐπιστήμη ἔχει μεγαλοφυΐες, ἔχει διάνοιες μὲ ἐπιτεύγματα, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀνθρώπους. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς, καὶ μάλιστα τοὺς μεγάλους, εἶναι μηχανὲς ἐνοικιαζόμενες, ἢ ἂν θέλετε. καὶ κατακτώμενες ἀπὸ τὸν ἰσχυρότερο. Ὅπου προσφέρονται τὰ περισσότερα χρήματα ἢ τὰ περισσότερα ἐπιστημονικὰ μέσα, ἐκεῖ καὶ μισθώνουν τὶς ὑπηρεσίες των.
«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», φωνάζουν ἡ τέχνη καὶ τὰ γράμματα. Βεβαίως καὶ ἐδῶ δὲν λείπουν οἱ λεγόμενοι ἐπιτυχημένοι. Προσκολλημένοι στὴν λατρεία τοῦ ἐγώ τους, καλλιεργοῦν στὸ ἐσωτερικό τους ὅ,τι κατώτερο καὶ ἀντικοινωνικό, δοῦλοι αὐτοὶ συνήθως ποικίλων ἀδυναμιῶν. Μεγαλοφυΐες; ἴσως, ἄνθρωποι ὅμως ὄχι.
«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», φωνάζει ὁ πολίτης. Ὁ πολίτης προσφέρει στὸ κράτος ὅ,τι ἔχει καὶ δὲν ἔχει· σὲ ἀντάλλαγμα δὲ περιμένει ὁ πολίτης τὴν ἐξυπηρέτησή του. Ἐντούτοις τὸ κράτος ἔχει κατὰ κανόνα νὰ προσφέρει ὑπαλληλικὴ ἱεραρχία, ἄτεγκτους ἐφαρμοστὲς τῶν νόμων ἢ ἴσως καὶ ἐλαστικοὺς ὑπηρέτες ποικίλων συμφερόντων, ἀλλὰ μόνον ὡς ἐξαίρεση εἶναι τὸ κράτος εἰς θέσιν νὰ προσφέρῃ στὸν πολίτη του τὸν ἄνθρωπο.
«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», φωνάζει καὶ ἡ πολιτική. Ἔχει βεβαίως καὶ αὐτὴ ἱκανοὺς καὶ πανέξυπνους πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι κατὰ κανόνα ὑπηρετοῦν τοὺς ψηφοφόρους τους. Ἔχει ἐπίσης καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀφιερωμένοι στὴν ἐξυπηρέτησι τοῦ συνόλου καὶ ἔχουν ἀνώτερες φιλοδοξίες. ᾿Ανθρώπους ὅμως καὶ αὐτὴ μόνον σὰν ἐξαιρέσεις εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρουσιάσῃ.
«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», κραυγάζουν καὶ οἱ ἐπιχειρήσεις, καὶ ἰδίως αὐτές. Ἴσως ἐπειδὴ τὸ κυνηγητὸ τοῦ κέρδους καὶ ἡ ἄγρια πάλη πρὸς ἐπικράτηση ἀπεσκλήρυνε τοὺς ἐκπροσώπους των, ἡ ἀνεύρεσι ἀνθρώπου μεταξὺ τοῦ ἐπιχειρηματικοῦ κόσμου εἶναι κάπως δυσκολωτέρα παρὰ σὲ ἄλλους τομεῖς.
Θὰ περίμενε ἴσως κανεὶς ὅτι ἡ ἐκπαίδευσι καὶ ἡ ἐκκλησία δὲν θὰ εἶχαν ἀνάγκη νὰ κραυγάζουν ἀναζητοῦσες ἄνθρωπο. Καὶ ἐκεῖ ὅμως πολλὴ καὶ μεγάλη εἶναι ἀτυχῶς ἡ ἔλλειψι ἀνθρώπων. Θὰ ἦταν μάλιστα δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι ἂν ἴσως σὲ αὐτοὺς τοὺς δύο κλάδους δὲν ὑπῆρχε ἐπίσης ἔλλειψι ἀνθρώπων, ἡ ἀνεπάρκεια στὰ ἄλλα πεδία δὲν θὰ ἦτο τόσον κραυγαλέα.
Σκιαγράφησι τοῦ ἀληθινοῦ προσώπου
Ὅλοι κραυγάζουμε γιὰ τὴν ἔλλειψι ἀνθρώπων. Ὅλοι μὲ πόνο φωνάζομε «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», χωρὶς ὅμως νὰ ἔχωμε ἀκριβῆ ἀντίληψι γιὰ τὸ τί λογῆς ἄνθρωπος ζητοῦμε.
Ἐν πρώτοις ἀσφαλῶς τὸν προϋποθέτομε ἰσορροπημένο ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναλογία μεταξὺ λογικοῦ καὶ καρδιᾶς. Ἕνας ἄνθρωπος μὲ ἀνεπτυγμένο μόνον τὸ λογικόν, χωρὶς αἰσθήματα, δὲν εἶναι ἄνθρωπος, εἶναι τέρας. Ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος μὲ μόνο συναίσθημα, χωρὶς τὴν συνεργασία τῆς λογικῆς, εἶναι ἀνισόρροπος.
Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος ἀνώτερα τοποθετεῖ τὸ πνεῦμα ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ὕλη καὶ τὸν Θεὸ ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Γιὰ τὸν ὄντως ἄνθρωπο ὕπατη ἀνθρώπινη ἀξία εἶναι τὸ πνεῦμα, ὕπατη δὲ αὐθεντία, βάσει τῆς ὁποίας μετρῶνται ὅλες συλλήβδην οἱ ἀξίες, εἶναι ὁ Θεός.
῾Ο ὄντως ἄνθρωπος εἶναι ἀνώτερος ἀδυναμιῶν, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ὄχι μόνον δὲν τὶς ἐγκρίνει, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὶς ἀνακαλύπτῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του, τὶς πολεμεῖ. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ τύπος τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ὅλοι ζητοῦμε, ἔχει συναίσθησι τῆς εὐθύνης του ἔναντι τῶν ἄλλων καὶ εἶναι προσηλωμένος εἰς τὴν ἐκτέλεσι τοῦ καθήκοντός του. Τέλος, ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ πάση δυνάμει, ὄχι βεβαίως εἰς βάρος τῶν ἄλλων, νὰ βελτιώσῃ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ πάσης ἀπόψεως.
Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ αὐτὸς δὲν εἶναι ἀκόμη ἄνθρωπος. Πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἀγαθωσύνη, καλωσύνη. Πρέπει νὰ εἶναι «μεστὸς ἀγαθωσύνης» (Ρωμ. 15:14). Ὡς τέτοιος δὲν μπορεῖ τότε παρὰ νὰ εἶναι ταυτοχρόνως καὶ ὁ χαρούμενος, ὁ εὐχάριστος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μόνον μὲ τὴν παρουσία του σκορπίζει γύρω του ἀτμόσφαιρα χαρᾶς καὶ εὐτυχίας.
Τὰ ἀνωτέρω ἀποτελοῦν βεβαίως μία ἀμυδρὰ μόνον σκιαγράφησι τοῦ τύπου τοῦ ὄντως ἀνθρώπου. ῾Η τέλεια περιγραφή του εἶναι ἔργο δυσχερέστατο, ἀφοῦ γιὰ τὴν ἐνσάρκωσί του ἐδέησε νὰ ἐνανθρωπήσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Πλὴν βάσει τοῦ ὑπογραμμοῦ τὸν ὁποῖο ἐκεῖνος μᾶς ἄφησε, γιὰ νὰ ἐπακολουθήσωμε «ταῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ», εἶναι δυνατὸν ὁ καθένας μας κατὰ τὶς ἀνάγκες του νὰ συμπληρώσῃ τὴ δοθεῖσα σκιαγραφία, προσπαθῶντας νὰ τὸν ἐνσαρκώσῃ μὲ τὴν ζωή του, ὁπότε τὸ μέγα πρόβλημα τῆς ἐλλείψεως ἀνθρώπων λύεται αὐτομάτως. Τότε οὔτε ὁ παραλυτικὸς τῆς περικοπῆς οὔτε ὁλόκληρος ὁ παραλυτικὸς πολιτισμός μας θὰ εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ φωνάζουν μὲ παράπονο· «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω».
«Φωνὴ Κυρίου», ἔτος 21, φύλλο 20 (1045), Κυριακὴ τοῦ παραλύτου, 20 μαΐου 1973.
Τὸ κείμενο ἀναδημοσιεύεται μὲ ἐλαφρὰ γλωσσικὴ ἁπλοποίησι (῾Ομιλιάριον Συμβολῆς).