Εὐαγγ. Κυρ. Σαμαρείτιδος, «῾Ο ζωντανὸς Θεός»
῾Ο ζωντανὸς καὶ ἀληθινὸς Θεός
Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ιω. 4:5-42)
«Πνεῦμα ὁ Θεός».
Προοίμιον. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ἀκούσθηκαν δίπλα σ᾿ ἐνα δροσερὸ πηγάδι, τὸ μεσημέρι μιᾶς καλοκαιριάτικης μέρας. Καὶ τὰ λόγια αὐτά, ποὺ πρώτη τὰ ἄκουσε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ ἡ Σαμαρείτισσα ἐκείνη γυναίκα καὶ ποὺ ἀναφέρονται στὸ μεγάλο μυστήριο τοῦ Θεοῦ, ἐνδιαφέρουν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ὅλων τῶν γενεῶν καὶ τῶν ἐποχῶν.
α. ῾Ο Θεὸς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῾Ο Θεὸς εἶναι μία ἀγέννητη ὕπαρξη, ποὺ δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος. ῾Ο Θεὸς εἶναι μία ὕπαρξη διαφορετικὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. ῾Ο ἄνθρωπος εἶναι εὔθραυστος σὰν τὸ χορτάρι, φθαρτὸς καὶ θνητός. ῾Ο Θεὸς ζεῖ αἰώνια, «δέν πεινάει, δὲν κοπιάζει, δὲν νυστάζει καὶ δὲν κοιμᾶται» (῾Ησ. 40:28. Ψλμ. 120:4). ῾Ο ἄνθρωπος εἶναι μικρὸς καὶ ἀδύνατος. ῾Ο Θεὸς εἶναι παντοδύναμος. ῎Οχι μόνο δημιούργησε τὸν κόσμο «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος» (ἀπὸ τὸ μηδέν), ἀλλὰ καὶ κυβερνᾶ τὸ σύμπαν ὁλόκληρο.
Αὐτὸς ὁ Θεός, ποὺ εἶναι ἄπειρα μεγάλος καὶ ἐντελῶς ἄλλος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἐντούτοις δὲν εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ ξένος ἀπὸ τὴ ζωή του. Εἶναι ὕψιστος, αἰώνιος, ἅγιος, συγχρόνως ὅμως εἶναι καὶ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει, ἀκούει, συμπαθεῖ καὶ σπεύδει νὰ βοηθήσει τὸν ἀνθρωπο. «Ἔτι λαλοῦντός σου ἐρεῖ· πάρειμι» (Ησ. 58:9), δηλαδὴ ὅταν καλεῖς τὸν Θεὸ μὲ τὸ τηλέφωνο τῆς προσευχῆς, ἐκεῖνος σοῦ ἀπαντᾶ ἀμέσως· ᾿Εμπρός!
β. ῾Ο Θεὸς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τὸ τί ὅμως εἶναι ὁ Θεὸς μᾶς τὸ ἀποκάλυψε καὶ φανέρωσε πλήρως ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός. «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. ῾Ο μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρὸς ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ιω. 1:18). ῾Ο Χριστὸς μὲ τὸν λόγο του, τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του, μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν ᾿Ανάστασή του ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὴ δυνατότητα νὰ δεῖ, νὰ ἀκούσει, νὰ ψηλαφήσει καὶ νὰ προσεγγίσει τὸν ἀόρατο καὶ ἀπρόσιτο Θεό. Διότι ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ σαρκώθηκε «καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ιω. 1:14). Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ φανερώθηκε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Σὲ ὁτιδήποτε εἶπε ἢ ἔπραξε ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε ἡ παρουσία καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρός. ῞Οποιος ἔβλεπε τὸν Χριστὸ ἦταν τὸ ἴδιο σὰν νὰ ἔβλεπε τὸν Θεὸ Πατέρα· «῾Ο ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα» (Ιω. 14:9).
γ. «Πνεῦμα ὁ Θεός». ῾Ο Χριστὸς ἀπαντᾶ κατ᾿ ἀρχὴν στὴν ἀντίληψη ποὺ εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι ἄνθρωποι γιὰ τὸν Θεό. Οἱ εἰδωλολάτρες λόγου χάρη ἀφ᾿ ἑνὸς θεωροῦσαν ὡς θεοὺς διάφορα ζῶα ἢ ἀντικείμενα καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου κατασκεύαζαν τὰ ὁμοιώματά τους (εἴδωλα), μὲ διάφορα ὑλικὰ (πέτρα, ξύλο, μάρμαρο κλπ.), τὰ ὁποῖα λάτρευαν ὡς θεούς.
῾Ο Χριστὸς λοιπὸν σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑλοκρατικὴ καὶ ἀνθρωπομορφικὴ ἢ ζωομορφικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν Θεό, φανέρωσε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἄϋλη ὕπαρξη. Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλος ὁ κόσμος, τὸ σύμπαν ἀποτελοῦνται ἀπὸ ὑλικὰ συστατικὰ ποὺ δημιούργησε ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸ μηδέν. ῾Η φύση ὅμως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄϋλη. ῾Ο Θεὸς ἑπομένως δὲν ἀνήκει στὸν ὑλικὸ κόσμο, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἄϋλος δημιουργὸς τοῦ κόσμου.
᾿Επίλογος. Οἱ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτρες προκειμένου νὰ γνωρίσουν τὸν ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό, ἔπρεπε πρῶτα νὰ ἀποκηρύξουν τὰ εἴδωλα τὰ ὁποῖα πίστευαν ὡς θεούς. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ σήμερα. Πολλοὶ ἄνθρωποι πιστεύουν καὶ ἀκολουθοῦν ψεύτικους θεοὺς καὶ ὄχι τὸν ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό. Εἶναι οἱ σύγκρονοι εἰδωλολάτρες. Γιὰ να βροῦν τὸν Θεό, πρέπει νὰ ἀποκηρύξουν πρῶτα τὰ εἰδωλα. Μόνο ὅταν γκρεμίζονται τὰ εἴδωλα ἀπὸ τὴ ζωή μας, τότε μᾶς ἀποκαλύπτεται τὸ ἅγιο πρόσωπο τοῦ ζωντανοῦ καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ποὺ γεμίζει μὲ πλούσιες εὐλογίες τὴ μικρή, φθαρτὴ καὶ θνητὴ ὕπαρξή μας.
(1967)
῾Ο ἄνθρωπος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ
«Πνεῦμα ὁ Θεός».
Προοίμιον. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὶς μέρες μας ἐπικρατεῖ μία σύγχυση στὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸ τί εἶναι ὁ Θεός.
α. Οἱ σύγχρονοι εἰδωλολάτρες. Οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι δὲν πιστεύουν ὡς Θεὸ τὸν ἥλιο ἢ τὰ δένδρα ἢ τὰ βουνὰ καὶ τὰ ζῶα. ῎Εχουν ὅμως θεοποιήσει ὁρισμένα πρόσωπα (π.χ. ἀθλητές, ἀστέρες τῶν θεαμάτων καὶ τοῦ τραγουδιοῦ), καθὼς καὶ διάφορες κατακτήσεις τῆς ἐποχῆς μας (ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις καὶ τεχνολογικὲς ἐφευρέσεις), ἀλλὰ καὶ πολιτικοκοινωνικὰ συστήματα καὶ ἰδεολογίες. ῾Υπάρχουν ἀκόμη καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν θεοποιήσει τὸ χρῆμα (τὸν τζόγο) καὶ τὶς ἀπολαύσεις τῆς σαρκός. Εἶναι λοιπὸν σαφὲς πὼς στὴν ἐποχή μας ἐπικρατεῖ μεγάλη σύγχυση ὡς πρὸς τὸ ποιός εἶναι ὁ Θεός. Τὸ γεγονὸς μάλιστα ὅτι πολλοὶ σύγχρονοι ἄνθρωποι λατρεύουν τὰ εἴδωλα ποὺ προαναφέραμε, ἀρκεῖ γιὰ νὰ χαρακτηρίσει κανεὶς τὴν ἐποχή μας νεοειδωλολατρικὴ ἐποχή.
β. «Πνεῦμα ὁ Θεός». ῞Ενας ἀστροναύτης ἰσχυρίσθηκε πὼς στὸ διάστημα δὲν βρῆκε πουθενὰ ...τὸν Θεό. Τί πλάνη! Καὶ αὐτὸς καὶ μερικοὶ ἄλλοι κάνουν τὸ λάθος νὰ νομίζουν πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ὑλικὴ ὕπαρξη, στὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ὑλικοῦ μας κόσμου. Ὄχι, λέγει ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε καὶ ἄνθρωπος, ὁ Θεάνθρωπος. ῾Ο Θεὸς εἶναι «πνεῦμα», ἄϋλη δηλαδὴ ὕπαρξη καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀόρατη καὶ ἀκατάληπτη. Οἱ ἀνθρώπινοι συλλογισμοὶ καὶ ὑπολογισμοί, τὰ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σχήματα, οἱ ἀνθρώπινες σκέψεις δὲν ἔχουν καμιὰ θέση ἐδῶ. ῾Ο Θεός, ὁ ζωντανὸς καὶ ἀληθινός, εἶναι ἄπειρα πάνω καὶ ἔξω ἀπὸ ὅλα αὐτά. ῾Επομένως καμιὰ ἐπιστήμη καὶ καμιὰ τεχνικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὸν Θεό.
γ. Θεὸς Δημιουργός». Καυχᾶται ἀκόμη ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ὅτι ἔγινε αὐτάρκης δημιουργὸς καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται πιὰ τὸν Θεό. Πόσο ὅμως πλανᾶται κι ἐδῶ. Διότι ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ἐπιστήμη στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ἐρευνοῦν τὶς μυστικὲς δυνάμεις τῆς φύσεως, ποὺ ᾿Εκεῖνος ἔκρυψε μέσα σ᾿ αὐτή (Σιρὰχ 38,6). ῾Ο ἄνθρωπος ἑπομένως δὲν εἶναι δημιουργός, ἀλλὰ ἐξερευνητὴς τῆς κτίσεως καὶ διαμορφωτὴς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα τοῦ χρειάζονται γιὰ τὴ ζωή.
᾿Επίλογος. Αὐτὸν τὸν ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Θεὸ καλούμαστε νὰ γνωρίσουμε. Στὴν προσωπικὴ αὐτὴ γνωριμία μὲ τὸν Θεὸ θὰ μᾶς βοηθήσει ἡ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» λατρεία του. ῾Η λατρευτικὴ αὐτὴ προσέγγιση τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ νιώσουμε ποιός εἶναι ὁ Θεός μας. Σὲ μιὰ ἐποχὴ νεοειδωλολατρίας καὶ ἀθεΐας, οἱ χριστιανοὶ καλοῦνται νὰ γίνουν ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ τοῦ μοναδικοῦ καὶ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Θεάνθρωπος Κύριος.
(1965)
Μητροπολίτης ᾿Αχελῴου Εὐθύμιος (†2019)
Πρβλ. Εὐθυμίου Κ. Στύλιου, μητροπολίτου ᾿Αχελῴου, «Λόγος ζωῆς» (ὀρθόδοξο κηρυγματικὸ θεματολόγιο), ᾿Αθήνα 2001.