Εὐαγγ. κυρ. παραλύτου, «᾿Απὸ ποιόν ἐξαρτᾶς τὴ ζωή σου»
᾿Απὸ ποιόν ἐξαρτᾶς τὴ ζωή σου;
Κυριακὴ τοῦ παραλύτου (Ιωαν. 5:1-15)
«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»
Προοίμιον. ῾Ο ἄνθρωπος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἦταν ὄχι μόνο ἄρρωστος, παράλυτος, ἀλλὰ καὶ πικραμένος καὶ ἀπογοητευμένος. Διότι εἶχε κάνει τὸ λάθος νὰ πιστεύσει σὲ ἀνθρώπους. Ἤλπιζε, καὶ ἴσως τοῦ εἶχαν ὑποσχεθεῖ, ὅτι θὰ τὸν βοηθήσουν, συγγενεῖς, φίλοι, γνωστοί... Δὲν βρέθηκε ὅμως κανείς.
α. ῾Η ἐξάρτηση ἀπὸ ἀνθρώπους. Τὸ ἴδιο λάθος κάνουμε ὅλοι μας. ᾿Ελπίζομε σὲ ἀνθρώπους. ᾿Εξαρτοῦμε τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐπιτυχία στὴ ζωὴ καὶ τὴ λύση τῶν προβλημάτων μας ἀπὸ ἀνθρώπους. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἀποδοκιμάζουμε τὴν ἀλληλεγγύη καὶ τὴν ἀλληλεξάρτηση. Μὰ αὐτὸ ποὺ θέλουμε νὰ τονίσουμε εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀλληλοβοήθειας καὶ ἀλληλεγγύης μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἐξάρτησή μας ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτη, ἀλλὰ σχετική. Καὶ τοῦτο, διότι οἱ ἄνθρωποι εἶναι σχετικὲς ὑπάρξεις. Καὶ ἂν ἀκόμη θέλουν νὰ βοηθήσουν, ἡ βοήθειά τους εἶναι σχετικὴ καὶ περιορισμένη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ προτρέπει· «Μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλ. 145:3).
β. ῾Η ἐξάρτηση ἀπὸ πράγματα. ῞Ενα χαρακτηριστικὸ τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ κυριαρχία τῶν ἀριθμῶν. Θριαμβεύουν τὰ μαθηματικά, οἱ ὑπολογισμοί. Προσθέτομε, ἀφαιροῦμε, καὶ τὰ προβλήματά μας δὲν λύνονται. Καὶ ὁ παράλυτος μετροῦσε ὧρες, μέρες, χρόνια... καὶ λύση στὸ πρόβλημά του δὲν ἔβλεπε.
Τὰ προβλήματά μας δὲν λύνονται ἀπὸ τὰ πράγματα, τὶς καταστάσεις, τοὺς ὑπολογισμούς. Τὰ πράγματα εἶναι ἄψυχα καὶ οἱ καταστάσεις ἔρχονται καὶ παρέρχονται. Δὲν ὑπάρχει οὔτε «τύχη» οὔτε πεπρωμένο. ῾Η ζωή μας δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ τὰ ζώδια (ἀστρολογία). Μὴν πιανόμαστε λοιπὸν ἀπὸ τὸ μηδέν καὶ τὸ ἀνύπαρκτο. Πρέπει νὰ βροῦμε κάτι οὐσιαστικὸ καὶ πραγματικό, γιὰ νὰ στηρίξουμε τὴ ζωή μας.
γ. ῾Η ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν Θεό. Τελικὰ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει οὐσιαστικὰ καὶ πραγματικά. Τὸν Παράλυτο τελικὰ δὲν τὸν θεράπευσε οὔτε ἡ κολυμβήθρα οὔτε τὸ νερὸ οὔτε οἱ ἄνθρωποι... ἀλλὰ ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς («πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστὶ καταβαῖνον, ἐκ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων»).
᾿Επίλογος. Καταφεύγουμε σὲ ἀνθρώπους, χρησιμοποιοῦμε πράγματα, ἐλπίζομε σὲ καταστάσεις, κάνομε ἕνα σωρὸ ὑπολογισμοὺς καὶ συνδυασμοὺς καὶ παραλείπουμε νὰ ἀναφερθοῦμε στὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει πραγματικά. Καὶ ἐκεῖνος στέκεται στὴν ἄκρη καὶ λέει στὸν καθένα μας μὲ παράπονο· «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα, διὰ σὲ σάρκα περιβέβλημαι καὶ λέγεις “ἄνθρωπον οὐκ ἔχω”;».
(1973)
ΝΑ ΓΙΝΩΜΑΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
«Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»
Προοίμιον. ῾Ο παράλυτος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἔκανε μιὰ φοβερὴ διαπίστωση· τὴν ἐξαφάνιση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ ζωή του. Γύρω του, στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, ὑπῆρχαν βέβαια πολλοὶ ἄνθρωποι. Κανεὶς ὅμως ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἦταν γι᾿ αὐτὸν «ἄνθρωπος», μία ὑπαρξη δηλαδὴ ποὺ νὰ ἔχει τὰ ἀνθρώπινα χαρακτηριστικὰ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μέσα στὴν ἀνθρωπολογικὴ αὐτὴ μοναξιά του φωνάζει: «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»!
α. ῾Η ἀνθρώπινη μοναξιὰ σήμερα. Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχή, στὴν ὁποία ὁ πληθυσμὸς ἔχει αὐξηθεῖ, οἱ «ἄνθρωποι» ὅμως, μὲ τὴν οὐσιαστικὴ σημασία τῆς λέξεως, ἔχουν λιγοστέψει ἢ ἐξαφανιστεῖ. Πολλοὶ γύρω μας παρουσιάζονται μὲ μειωμένα ἢ καὶ ἀνύπαρκτα ἀνθρώπινα χαρακτηριστικά. Καὶ ἐνῶ ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων εἶναι πιὸ ἐπιμελημένη, ἐσωτερικὰ γίνονται ὁλοένα καὶ πιὸ φτωχοί.
Ἄνθρωπος ὅμως δὲν εἶναι ἁπλῶς αὐτὸς ποὺ ἔχει τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ καλλιεργεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ἀναδεικνύει μία ἄρτια καὶ ὁλοκληρωμένη προσωπικότητα, στὴν ὁποία κυριαρχοῦν τὰ ἀνθρώπινα χαρακτηριστικὰ τῆς ἀξιοπρέπειας, τῆς αἰδοῦς, τοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς ἄλλους.
β. Νὰ γινώμαστε «ἄνθρωποι». ῍Αν ὅμως ὑπάρχουν «ἄνθρωποι» ποὺ λησμόνησαν τὴν ἀνθρώπινη ἰδιότητά τους καὶ τὸν προορισμὸ τους, πρέπει νὰ ὑπάρξουν ταυτόχρονα καὶ ἐκεῖνοι ποὺ μὲ τὴν παρουσία τους θὰ ὑπενθυμίζουν τὶς λησμονημένες ἀνθρώπινες ἀξίες. Πρέπει νὰ ὑπάρξουν ἄνθρωποι ποὺ θὰ δείχνουν στοὺς ἀλλους τί ἐστὶν ἀξιοπρέπεια, τί ἐστὶν αἰδώς καὶ ντροπή, τί ἐστὶ σεβασμὸς καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους.
γ. Νὰ γινώμαστε «χριστιανοί». Δὲν θὰ γίνουμε ὅμως ἄνθρωποι, ἂν πρῶτα δὲν γίνουμε «χριστιανοί». Μόνο ὅποιος προσπαθεῖ νὰ γίνεται χριστιανός, αὐτὸς γίνεται ταυτόχρονα καὶ ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος· γιὰ νὰ κάνει ξανὰ ἀληθινοὺς ἀνθρώπους τοὺς ξεπεσμένους καὶ ἁμαρτωλοὺς ἀπογόνους τοῦ ᾿Αδάμ.
᾿Επίλογος. Τὸ ἰδανικὸ τῶν ἀρχαίων προγόνων μας ἦταν ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς ἄνθρωπος. (Σωκράτης. Πρβλ. τὸν φιλόσοφο Διογένη ποὺ μὲ τὸ φανάρι του ἔψαχνε μέρα μεσημέρι καὶ ἔλεγε: «Ἄνθρωπον ζητῶ». Καὶ τὸ τοῦ Περιάνδρου· «῾Ως χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ»!) ῍Αν αὐτὸ ἦταν τὸ ἰδανικὸ τῶν πρὸ Χριστοῦ ῾Ελλήνων, οἱ χριστιανοὶ ῞Ελληνες πρέπει νὰ ἔχουμε ὡς ἰδανικό μας τὸν «ἄρτιον τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον» (Β΄ Τιμ. 3:17).
(1968)
Μητροπολίτης ᾿Αχελῴου Εὐθύμιος (†2019)
Πρβλ. Εὐθυμίου Κ. Στύλιου, μητροπολίτου ᾿Αχελῴου, «Λόγος ζωῆς» (ὀρθόδοξο κηρυγματικὸ θεματολόγιο), ᾿Αθήνα 2001.