᾿Απόστ. 4ης Κυρ. Πάσχα, «Ταβιθὰ ἡ μαθήτρια»

Ταβιθὰ ἡ «μαθήτρια»

4η Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα (παραλύτου), Πρξ. 9:32-42

 

Τὸ ὄνομά της ἦταν γνωστό· καὶ τῆς ἦταν τόσο ταιριαστό. Τὴν ἔλεγαν Ταβιθά· ὄνομα ἰουδαϊκό, ποὺ στὰ ἑλληνικὰ θὰ πῇ «Δορκάς», ζαρκάδι δηλαδή. Ζῷο χαριτωμένο, μὲ μάτι ποὺ βλέπει πολὺ μακριά, πάντοτε προσεκτικό, ζωηρό, ξύπνιο, καὶ μὲ πόδια ἐξαιρετικὰ γρήγορα στὸ τρέξιμο.

῾Η ἰδιότητά της σημειώνεται μέσα στὴν ῾Αγία Γραφὴ μὲ μία λέξι ἁπλή· «μαθήτρια». «᾿Εν ᾿Ιόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια* ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς».

Ξεχώριζε λοιπὸν μέσα στὴν παραλιακὴ πόλι τῆς ᾿Ιόππης, ὅπου ζοῦσε σὰν μαθήτρια* τοῦ Κυρίου. Μὲ τὴ ζωή της τὴ σεμνή, τὴν προσεκτική, τὴ σύμφωνη μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πλούσια κοινωνική της δρᾶσι. Ἦταν πασίγνωστη ἀπὸ τὰ καλὰ καὶ θεάρεστα ἔργα της. «Αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει».

Ἦταν δραστήρια στὸ νὰ κάνῃ τὸ καλό. Δὲν ἄφηνε τὸν καιρό της νὰ πηγαίνῃ χαμένος. Ὅπου ἀνάγκη, ὅπου πόνος καὶ θλῖψι, ἐκεῖ σὰν ἀκτῖνα παρηγοριᾶς καὶ ἐλπίδος θὰ ἔφτανε πρώτη ἡ Ταβιθά· νὰ σπογγίσῃ τὸ δάκρυ, νὰ ἀνακουφίσῃ τὸν πόνο, νὰ καλύψῃ τὴ στέρησι... Ἀθόρυβη, ἐνεργητική, ἀκούραστη, ἔδινε παντοῦ χέρι βοηθείας. Ἰδιαίτερα τὴν συγκινοῦσαν οἱ χῆρες καὶ ἀπροστάτευτες γυναῖκες, ποὖχαν νὰ παλέψουν στὴ ζωὴ μοναχές, γιὰ ν᾿ ἀναθρέψουν τὰ ὀρφανά τους.

Μὲ τὴν πολλή της ἐνεργητικότητα κατώρθωνε ἡ Ταβιθὰ νὰ μπορῇ νὰ δίνῃ ἄφθονες τὶς ἐλεημοσύνες της σὲ χρήματα καὶ ρουχισμό. Ἔτσι μέσα στὴν ᾿Ιόππη τὴν εἶχαν οἱ χριστιανοὶ ὑπόδειγμά τους καὶ καύχημά τους. Ὅμως ἦρθε κάποια μέρα ποὺ ἡ Ταβιθὰ ἀρρώστησε· κι ἀρρώστησε βαριά.

Οἱ χριστιανοὶ ἀνησύχησαν. Οἱ γυναῖκες ἔτρεξαν νὰ τὴν περιποιηθοῦν. Ὅλα τὰ μέσα τὰ χρησιμοποίησαν, γιὰ νὰ τὴν θεραπεύσουν. Οἱ καλές της φίλες, οἱ χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά, ποὺ τοὺς εἶχε μὲ τόση καλωσύνη καὶ ἡ ἀγάπη παρασταθῆ, ἔφθαναν συχνὰ ὣς τὸ σπίτι της νὰ μάθουν πῶς πηγαίνει. Μὰ δυστυχῶς μὲ λύπη βαθιὰ ἄκουγαν ὅλο καὶ χειρότερα. Ὥσπου κάποια μέρα σκορπίστηκε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἡ θλιβερὴ εἴδηση· — ῾Η Ταβιθὰ πέθανε!

Θλῖψι βαθιὰ καὶ πένθος ἔπεσε στὴν πόλι! Μέσα σὲ λίγα λεπτὰ τὸ σπίτι της γέμισε κόσμο. Ἔκλαιγαν ὅλοι καὶ θρηνοῦσαν τὴν στέρησί της.

Ὅταν τὴν ἑτοίμασαν νεκρὴ τὴν Ταβιθά, τὴν ἀνέβασαν στὸ ὑπερῷον, στὸ δωμάτιο τῆς ὑποδοχῆς. Ὅμως δὲν βιάστηκαν νὰ τὴν κηδέψουν γρήγορα ὅπως τὸ συνήθιζαν. Οἱ χριστιανοὶ τῆς ᾿Ιόππης εἶχαν μάθει μία εἴδησι, ποὺ μέσα στὴν ψυχή τους ζωντάνευε τὴν πίστι καὶ τὴν ἐλπίδα πὼς γιὰ τὴν Ταβιθά, τὴν πιστὴ αὐτὴ μαθήτρια* τοῦ Κυρίου, δὲν ἀποκλείεται νὰ γίνει κάτι τὸ πολὺ θαυμαστό...

Εἶχαν ἀκούσει ὅτι ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔπειτα ἀπὸ μία μεγάλη περιοδεία ποὺ εἶχε κάνει στὴν ᾿Ιουδαία, στὴ Γαλιλαία καὶ στὴ Σαμάρεια, εἶχε κατεβῆ καὶ στὴ Λύδδα, πόλι ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὴν ᾿Ιερουσαλὴμ καὶ τὴν ᾿Ιόππη. Τὸ ὅτι βρισκόταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος τόσο κοντά τους τοὺς ἔδωσε πολλὴ παρηγοριά. Ἴσως νὰ εἶχαν ἀκούσει ὅτι ἐκεῖ στὴ Λύδδα εἶχε κάνει ἕνα μεγάλο θαῦμα. Κάποιον ποὺ λεγόταν Αἰνέας καὶ εἶχε ὀκτὼ χρόνια παράλυτος, κατάκοιτος στὸ κρεβάτι, ὁ ἀπόστολος Πέτρος τὸν εἶχε κάνει καλά... Τοῦτο τοὺς ἐμεγάλωνε τὴν κρυφή τους ἐλπίδα.

Δὲν ἔχασαν λοιπὸν καιρό. Ἔστειλαν δύο ἄνδρες νὰ πᾶνε ὅσο μποροῦσαν γρήγορα νὰ βροῦνε τὸν ἀπόστολο Πέτρο καὶ νὰ τοῦ ποῦνε ὅτι τὸν παρακαλοῦν νὰ μὴ λογαριάσῃ τὸν κόπο νὰ πάῃ ἕως αὐτούς· «παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι σὲ διελθεῖν ἕως αὐτῶν». Ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ἀκούραστος ὅπως πάντα, ἄκουσε τὴν παράκλησί τους. Σηκώθηκε ἀμέσως καὶ πῆγε μαζί τους.

Ὅταν ἔφτασε ἐκεῖ, οἱ χριστιανοὶ δὲν χασομέρησαν. Τὸν ἀνέβασαν στὸ ἀνώγειο, ὅπου εἶχαν νεκρὴ τὴν Ταβιθά, καὶ παρουσιάστηκαν μπροστά του ὅλες οἱ χῆρες ποὺ εἶχαν βοηθηθῆ ἀπ᾿ αὐτὴν καὶ ἄρχισαν μὲ κλάματα νὰ ἐξιστοροῦν πόσο τῆς εἶχε προστατέψει, πόσα καλά τοὺς εἶχε κάνει καὶ τοῦ ἔδειχναν «χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα μετ᾿ αὐτῶν οὖσα ἐποίει ἡ Δορκάς». — Αὐτὸν τὸν χιτῶνα καὶ ἐκεῖνο τὸ ἱμάτιο ἐκείνη μοῦ τὸ ἔφτιασε! ἔλεγαν καὶ θρηνοῦσαν...

Ὅμως ἐνῷ τὰ ἔλεγαν αὐτά, ὁ ἀπόστολος Πέτρος δίνει ἐντολὴ νὰ βγοῦν ὅλοι ἔξω ἀπὸ τὸ ἀνώγειο. Ὅταν ἐβγῆκαν, ἐγονάτισε καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται μὲ θέρμη μεγάλη. Τελειώνοντας τὴν προσευχή τοῦ γύρισε πρὸς τὸ νεκρὸ σῶμα καὶ εἶπε· «Ταβιθά, ἀνάστηθι»! Σήκω ἐπάνω!

Ἡ Ταβιθὰ στὴ φωνὴ τοῦ ἀποστόλου ἄνοιξε τὰ μάτια της. Καθὼς ἀντίκρισε τὴν ἅγια μορφή του, ἀνασηκώθηκε καθιστὴ στὸ κρεβάτι της. Τότε τῆς ἔδωσε ἐκεῖνος τὸ χέρι του καὶ τὴν ἐσήκωσε ὀρθή. Ἀμέσως φώναξε τοὺς χριστιανοὺς καὶ τὶς χῆρες καὶ τοὺς τὴν παρουσίασε ζωντανή.

Ἡ ἀνάστασι τῆς Ταβιθὰ συγκλόνισε τοὺς χριστιανούς. Τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα διαδόθηκε σὲ ὅλους τους κατοίκους τῆς ᾿Ιόππης καὶ «πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον».

Ἡ Ταβιθά, ἡ χαριτωμένη ψυχή, ποὺ σὰν μαθήτρια* τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἁπλή, ἀλλὰ ἀδιάκοπα εὐεργετικὴ ζωή της γινόταν ἀφορμὴ νὰ δοξάζεται ὁ Κύριος, εὐλογήθηκε πλούσια ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στὸν θάνατό της. Τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεώς της ἀπὸ τὸν κορυφαῖο ἀπόστολο εἶχε καὶ αὐτὸ πλούσιους τοὺς καρπούς του. ᾿Ετράβηξε πολλοὺς νὰ πιστέψουν στὸν Χριστὸ καὶ νὰ σωθοῦν.

 

Περιοδικὸ «Πρὸς τὴν Νίκην», 11/03/1984

 

Σημείωσις ἐπιμελητοῦ

* «Μαθήτρια» ἐδῶ σημαίνει χριστιανή, διότι τὰ πρῶτα χρόνια μετὰ τὴν ἀνάστασι δὲν ὑπῆρχε ἡ λέξι χριστιανός, ὁπότε ὅσοι ἐντάσσονταν στὴν νεοϊδρυθεῖσα ᾿Εκκλησία ὠνομάζονταν ἁπλῶς «μαθηταὶ» καὶ «μαθήτριαι» (Πρξ 1:15· 6:1,2,7· 9:1,10,19,25,26,36,38 κλπ.)· ἐπίσης λέγονταν καὶ «πιστοὶ» καὶ «ἅγιοι».  Στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων ἡ λέξι χριστιανὸς ἐμφανίζεται στὸ κεφάλαιο 11 (Πρξ 11:26· 26:28), ἀλλὰ ἡ χρῆσι τῆς λέξεως «μαθηταὶ» μὲ τὴν ὡς ἄνω σημασία συνεχίζεται καὶ μετά (Πρξ 13:52· 16:1· 21:16 κλπ.). (῾Ομιλιάριον Συμβολῆς)

 

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο

25 μαρτίου, εὐαγγελισμός (ἀπόστολος)