Εὐαγ. Κυρ. Θωμᾶ, «Δύσπιστος Θωμᾶς» (ἁγ. Γερβασίου)
῾Ο δύσπιστος Θωμᾶς
Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ (Ιω. 20:19-31)
Τοῦ ἁγίου Γερβασίου (Παρασκευοπούλου),
ἱεροκήρυκος τῆς μητροπόλεως Πατρῶν
«῞Οτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ιω. 20:29)
Θωμᾶς· ὄνομα ἢ λέξις ἢ φράσις ἡ ὁποία κατήντησε νὰ σημαίνῃ ἀπιστία, ἀμφιβολία, δυσπιστία, ἀναζήτησι ἀποδείξεων πρὸς ἀποδοχὴ διδασκαλίας, γνώμης ἢ κάποιας πληροφορίας. ῞Ομως ἐκκλησιαστικῶς τὸ ὄνομα τοῦτο δὲν συμβολίζει ὅ,τι ἡ λαϊκὴ παράδοσι πιστεύει καὶ διαλαλεῖ γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ σημαίνει καλὴν ἀπιστίαν· δηλαδὴ πίστιν μετὰ λόγου· πίστιν, ἡ ὁποία δὲν κινδυνεύει στὴν πρώτη πνοὴ κάποιου ἀντιθέτου ἀνέμου νὰ σαλευθῇ ἢ νὰ ἐξανεμισθῇ, ἀλλὰ πίστιν ἑδραιωμένην. Πίστιν ποὺ δὲν εἶναι γέννημα συναρπαγῆς ἢ προχείρου ἐνθουσιασμοῦ, ἀλλὰ πίστιν τὴν ὁποίαν ἐσφυρηλάτησε ἡ ἔρευνα καὶ ἡ μελέτη καὶ ἡ ὁποία ὡς τοιαύτη ἀποτελεῖ γιὰ τὸν ἄνθρωπο θεμέλιο ἀδιάσειστο, πέτρα ἀρραγῆμ περιουσίαν μόνιμον πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ μέλλοντος. Τέλος πίστιν πραγματικήν, ποὺ ἐλπίζει σταθερῶς στὸ ὑπαρκτὸ τῶν πέραν τοῦ τάφου ἀληθειῶν καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐλέγχῃ καὶ νὰ ἐρευνᾷ ὡς ἁπτὰ καὶ ψηλαφητὰ τὰ μὴ βλεπόμενα πνευματικὰ πράγματα.
Ναί, διότι πίστι οὐδὲν ἕτερον εἶναι παρὰ τὸ μέγα τηλεσκόπιο, μὲ τὸ ὁποῖο διασχίζουμε καὶ διαπερνᾶμε τὸ ἄπειρο καὶ κατωπτεύουμε ὅλα τὰ ἀόρατα καὶ πνευματικά, μὲ τὸ ὁποῖο τὰ ἀόρατα τὰ καθιστοῦμε ὁρατὰ καὶ τὰ πνευματικὰ αἰσθητὰ καὶ ψηλαφητά.
Καὶ ὁ Θωμᾶς; λοιπὸν τέτοια πίστι ζητεῖ. Ζητεῖ πίστι, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβεβαίωνε ὅτι ὁ ἀναστὰς ᾿Ιησοῦς δὲν ἦταν πνεῦμα, ἀλλὰ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, Θεάνθρωπος, ποὺ ἔχει σάρκα καὶ ὀστέα. ῞Οτι ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασι εἶχε τὴν πλευρὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξῆλθε τὸ αἷμα, τὸ ὕδωρ, τὸ βάπτισμα· εἶχε τὴν πληγή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἰάθηκε τὸ μέγα τραῦμα, ὁ ἄνθρωπος. ῎Εφερε τοὺς τύπους τῶν ἥλων εἰς μαρτύριον τῆς ἐνδόξου ἀναστάσεώς του. Ζητεῖ τέλος πίστιν, ἡ ὁποία θὰ βεβαίωνε καὶ μετὰ τὸ πάθος τὸ ἀπαθὲς τῆς θεότητος καὶ τὸ παθητὸν τῆς ἀνθρωπότητος, γιὰ τὴν σωτηρίαν καὶ ἀνάπλασιν τοῦ κόσμου.
Τέτοια πίστι ζητεῖ ὁ Θωμᾶς καὶ τὴν λαμβάνει. Τὴν λαμβάνει δέ, διότι οἱ δισταγμοί του προέρχονται ἀπὸ εἰλικρινῆ ἀγάπη πρὸς τὴν ἀλήθειαν· διότι αἱ ἀμφιβολίαι του ἔχουν σκοπὸν τὴν κατοχύρωση τῆς ἀληθείας ἀπὸ κάθε μεταγενεστέρα ἀμφιταλάντευσι ἢ κλωνισμό· διότι οἱ ἐνδιασμοί του σὲ ἕνα καὶ μόνον ἀποβλέπουν, στὸ πῶς θὰ γίνῃ κάτοχος τοῦ ὅλου βάθους τοῦ μυστηρίου· στὸ πῶς νὰ γνωρίσῃ ὅλη τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ μπορῇ «ἀπὸ περιουσίας» πλέον νὰ διδάσκῃ καὶ νὰ τὴν μεταλαμπαδεύῃ· στὸ πῶς θὰ καταρτισθῇ μὲ τέτοιον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμος πρὸς ἀπολογίαν «παντὶ τῷ αἰτοῦντι λόγον περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος».
Αὐτὸς εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Θωμᾶς ζητεῖ νὰ πιστεύσῃ μετὰ λόγου. Καὶ ὁ Κύριος εἶναι ὁ λόγος καὶ ἡ πηγὴ καὶ ὁ δημιουργὸς τοῦ ἀνθρωπίνου λογικοῦ· καὶ ὁ Κύριος ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς, «ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» καὶ τὸν φωτισμόν του ζητοῦντα, δὲν ἀπωθεῖ τὴν ἀξίωσι τοῦ Θωμᾶ, διότι αὐτὴ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἄδολος, ἀλλὰ τόσο σὲ αὐτὸν ὅσο καὶ στοὺς μεταγενεστέρους συνιστᾷ νὰ ἔχουν περισσότερη ἐμπιστοσύνη καὶ ὑπακοὴ στὴν πίστι παρὰ στὸ λογικό τους, τὸ ὁποῖο, ἂν δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀπαλλαγμένο ἀπὸ ἐγωισμό, δόλο, τῦφο, περηφάνια, καὶ ψηλαφεῖ τὰ τῆς θεότητος, κινδυνεύει τὰ ἔσχατα κατὰ τὸν Γρηγόριο τῶν Ναζιανζηνὸ ποὺ λέει· «Μὴ καθαρῷ ἅπτεσθαι καθαροῦ, τυχὸν οὐδὲν ἀσφαλές».
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ἀσφαλέστερη ὁδός, γιὰ νὰ γνωρίσῃ κανεὶς τὰ ὑπερφυσικά, τὰ θεῖα, εἶναι ἡ πίστι, ὁ Κύριός μας διεκήρυξε σήμερα· Θωμᾶ, «ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες».
Ναί, διότι ἡ πίστι σὲ ὅ,τι συντελεῖ πρὸς σωτηρία εἶναι ἀναγκαία ὅπως ὁ ἥλιος εἶναι ἀναγκαῖος στὰ ἀνθρώπινα. Φαντασθῆτε μία ὡραία πεδιάδα νὰ ἐκτείνεται μπροστά μας ἐμπλουτισμένη μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς. ῍Αν τὴν πεδιάδα αὐτὴ δὲν τὴν φωτίζει ὁ ἥλιος ἢ μία ἀκτίνα του, μποροῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὶς ὀμορφιές της; Τὰ πάντα ἐνώπιόν μας θὰ εἶναι ἀόρατα, διότι δὲν θὰ φωτίζωνται ἀπὸ τὸν ἥλιο. ῞Ολα θὰ εἶναι σκοτεινὰ καὶ τίποτε τὸ τερπνὸ καὶ εὐχάριστο, διότι λείπει τὸ φῶς τοῦ ἥλιου! Τὸ ἴδιο συμβαίνει προκειμένου καὶ γιὰ τὰ πνευματικά. Τὰ πνευματικά, ἀόρατα καὶ οὐράνια, ἀποτελοῦν ἕναν θαυμάσιο καὶ πλουσιότατο λειμῶνα, ἕναν παράδεισο πάντερπνο καὶ γεμᾶτο ἀπὸ κάθε ὀμορφιὰ καὶ ἁρμονία. Τὸν παράδεισον καὶ ὡραῖον αὐτὸν λειμῶνα φωτίζει καὶ διανοίγει ἐνώπιόν μας μόνο ἕνα ἄστρο· τὸ ἄστρο τῆς πίστεως, ὁ ἥλιος αὐτὸς τῆς ψυχῆς μας καὶ τοῦ πνευματικοῦ κόσμου.
Χωρὶς τὴν πίστι αὐτή, χωρὶς τὸν ἥλιο αὐτό, ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ διέλθῃ τὸ ἄπειρο γιὰ νὰ πλησιάσῃ τὸ ἄπειρο, γιὰ νὰ βρῇ τὴν ἀνάπαυσι· χωρὶς τὴν πίστι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ πλησιάσῃ τὸν Θεό, ἡ ἀπόλαυσι τοῦ ὁποίου μόνον ἐκπληροῖ τὶς ἐπιθυμίες τοῦ ἀνθρώπου. ῎Ανευ πίστεως ὁ ἄνθρωπος βυθίζεται στὸ σκότος τῆς κολάσεως πρὶν ἀπὸ τὴ δευτέρα παρουσία. Εἶναι δυστυχὴς πρὸ τοῦ τέλους, εἶναι ἄθλιος πρὸ πάσης ἀθλιότητος. Λοιπὸν ἐφαρμόζοντας ὁ καθένας μας στὸν ἑαυτό του τὸ ῥητὸν «μακάριοι ἢ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» κανέναν ἄλλον δὲν ἐξυπηρετοῦμε παρὰ μόνον τὶς ἀνάγκες τοῦ ἐσωτερικοῦ μας, τῆς συνειδήσεώς μας, τῆς ψυχῆς μας.
᾿Εφημερὶς «᾿Απογευματινὴ» τῶν Πατρῶν, 19/4/1931.
Παναγιώτου ᾿Αντ. Λόη, «῾Ομιλεῖ ἕνας σύγχρονος ἅγιος» (ἀρχιμανδρίτης Γερβάσιος Χαρ. Παρασκευόπουλος), Πάτραι 2000.
Γιὰ τὴν παροῦσα ἀναδημοσίευσι διαμορφώθηκε μὲν ὁ τίτλος τῆς ὁμιλίας ὡς ἀνωτέρω, καθόσον ὁ ἀρχικὸς τίτλος ἦτο ἁπλῶς «Θωμᾶς», προσετέθη στὴν ἀρχὴ τὸ ῥητόν, τὸ δὲ κείμενον ἀναδημοσιεύεται μὲ γλωσσικὴ ἁπλοποίησι (῾Ομιλιάριον Συμβολῆς).