῾Η Μεγάλη Πέμπτη καὶ ἐμεῖς
῾Η Μεγάλη Πέμπτη καὶ ἐμεῖς
«Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται».
Ἀγαπητοί μου χριστιανοί, καλῶ ὅλους ἐσᾶς σήμερα τοὺς πιστοὺς καὶ συναγωνιστές, τοὺς καλοὺς τοῦ Χριστοῦ στρατιῶτες, τοὺς ἄξιους καὶ εὐλαβεῖς ὀπαδούς του, νὰ μὲ συνοδεύσετε στὴν περιπλάνησή μου καὶ στὴν προσπάθειά μου στὸ πλησίασμα καὶ στὴν προσκύνηση τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Καλῶ ὅλους σας νὰ σταθοῦμε ὄχι μόνον ἐκστατικοὶ θεατὲς τῶν ὅσων θὰ δοῦμε, μονόπλευροι ἀκροατὲς τῶν ὅσων θὰ συναντήσουμε, μὲ τὸ νὰ ἀφήσουμε τὴν ψυχή μας ἐλεύθερη, τὴν σκέψη μαᾶς ἀνοιχτὴ καὶ τὴν πίστη μας ἂν ἐπηρέαστη σὲ ἐκεῖνα ποὺ θὰ συμβοῦν. Διότι πράγματι τὸ θεῖο πάθος μόνο μὲ ὁδηγὸ καὶ βοηθὸ αὐτὴν τὴν πίστη μποροῦμε νὰ τὸ καταλάβουμε.
῍Ας ἀκολουθήσουμε λοιπὸν νοερὰ τὸν Θεάνθρωπο στὴν ἀγωνιώδη διαδρομή του ἀπ᾿ τῆς Γεθσημανῆ τὸν καταπράσινο κῆπο μέχρι τοῦ Γολγοθᾶ τὸν κατάξερο λοφίσκο. ῾Η ἀγωνία τῆς βραδιᾶς, τὸ δυσβάστακτο φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας τὸ ὁποῖο τοῦ φορτώσαμε, ὁ πόνος καὶ τὸ παράπονο τῆς προδοσίας, τῆς ἀπιστίας, τῆς κακίας, ὁ φθόνος, ἡ ὑποκρισία, ὁ δόλος καὶ ἡ προδοσία τοῦ μαθητῆ κάνουν περισσότερο τραγικὴ τὴν πορεία τοῦ ᾿Ιησοῦ. Γονατιστὸς ὅπως θὰ εἶναι κάτω ἀπὸ τῆς ἐλιᾶς τὸν θαμπὸ ἥσκιο, μόνος νὰ προσεύχεται στὸν ἄναρχο Πατέρα του, ἂς ἑνώσουμε καὶ ἐμεῖς τὶς προσευχές μας μαζί του, ἐμεῖς ὅλοι, ποὺ ἄθελα ἢ ἠθελημένα κάναμε τὸ ποτῆρι τῆς θυσίας του πικρό.
Καὶ ὁ ἱδρῶτας του, ὁ ἱδρῶτας τῆς ἀγωνίας, ἂς ἑνωθεῖ μὲ τὸν δικό μας, καὶ τὰ δάκρυα, τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας μας, ἂς τοῦ δώσουν τὴν παντοτινὴ ὑπόσχεση, ὑπόσχεση ὑποταγῆς στὸ θέλημά του καὶ ἀπέραντης ἀγάπης στὸ πανάγιο ὄνομά του. ῎Ισως καὶ ἐμεῖς νὰ γίναμε κάποτε προδότες τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς μακροθυμίας του. ῎Ισως «ἔναντι τριάκοντα ἀργυρίων» νὰ πουλήσαμε τὸν ἀτίμητο εἰσπράττοντας σὰν τὸν ᾿Ιούδα τῆς προδοσίας τὸ τίμημα, τὶς τύψεις τῆς συνειδήσεως.
᾿Απ᾿ τὸν κῆπο τὸν ἐλαιῶν ἂς τὸν ἀκολουθήσουμε στὰ παγωμένα πραιτώρια τοῦ ῎Αννα, τοῦ Καϊάφα καὶ τοῦ Πιλάτου. Μὴν ἐπηρεασθοῦμε ἀπὸ τὸν φόβο τῶν μαθητῶν καὶ διασκορπιστοῦμε ἔντρομοι. Μὴν τὸν ἀρνηθοῦμε σὰν τὸν Πέτρο, ὅταν μᾶς ζητηθεῖ νὰ τὸν ὁμολογήσουμε. Διότι σίγουρα κάποιο ἄλλο πετεινάρι θὰ μᾶς θυμίσει τὴν ἀχαριστία, τὴν ψευτιά, τὴν ντροπή μας. Καὶ ὅταν ὁ ὄχλος, αὐτὸς ὁ μεγάλος κατήγορος, ξεχάσει τὶς ἀμέτρητες εὐεργεσίες, ποὺ ὁ ᾿Ιησοῦς τοῦ πρόσφερε, καὶ ὅταν ὅλοι μαζὶ ζητοῦν τὴν σταυρικὴ καταδίκη του, ἐμεῖς μὴ φοβηθοῦμε νὰ τὸ φωνάξουμε· ΕΙΝΑΙ ΑΘΩΟΣ.
Ἴσως τότε γλυκάνουμε τὸ πικρὸ παράπονο τοῦ νυμφίου, ἴσως τότε ζωντανέψει τὸ πονεμένο βλέμμα του, καὶ μ᾿ ἕνα γλυκὸ χαμόγελο μᾶς εὐχαριστήσει. Καὶ ὅπως θἄχει πάρει τοῦ Γολγοθᾶ τὴν ἀνηφόρα, φορτωμένος μὲ τὸν σταυρὸ καὶ τὰ καρφιὰ τοῦ μαρτυρίου, ἂς εἴμαστε κι ἐμεῖς ἀπὸ κοντὰ του, Σίμωνες Κυρηναῖοι, ξεκουράζοντάς τον καὶ σκουπίζοντας τὸν ἱδρῶτα τοῦ πόνου καὶ τῆς κούρασης.
Φτάνοντας στὴν κορυφή, ποὺ εἶναι καὶ ἡ κορυφὴ τοῦ θείου πάθους, ἀδελφοί μου, ἂς κυκλώσουμε τὸν πανάγιο σταυρό του. Γονατιστοὶ καὶ συντετριμμένοι κάτω ἀπὸ τὸν τίμιο ἥσκιο του, βουτηγμένοι κι ἐμεῖς μὲς στὸ τίμιο αἷμα του, τὸ αἷμα αὐτὸ ποὺ γίνεται «διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν», ἂς ἀφήσουμε τὸ καλύτερο τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐξομολογήσεως λιβάνι. Μαζὶ μὲ τὸν κακοποιὸ λῃστή, κακοποιοὶ κι ἐμεῖς τῆς θείας φιλανθρωπίας καὶ ἀγάπης, ἂς τοῦ ζητήσουμε τὸ «Μνήστητι, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».
Πράγματι, χριστιανοί μου, «οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡημῶν ὀδυνᾶται». Τὰ τραύματα, τὰ πάθη, τὸ αἷμα αὐτοῦ ἔχουν γιὰ μᾶς καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα ἰαματικὰ καὶ ζωογόνα ἀποτελέσματα. Μὲ τὸ πάθος τοῦ μεγάλου τραυματία τινάχθηκε ἀπὸ πάνω μας τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας. Μὲ τὴν ἑκούσια θυσία τοῦ ἀναμάρτητου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἔγινε προσιτὸς σὲ ὅλους μας ὁ παράδεισος. ῾Η θεία ἁγιωσύνη καὶ ἡ ἀπεριόριστη ἀγάπη του ἐπάνω στὸν σταυρὸ ἔγινε τοῦ κόσμου ἡ πιὸ ὑψηλὴ κορυφή. ῾Υψώθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ ἁπλώθηκε σὲ ὅλης τῆς ὑφηλίου τὰ πλάτη καὶ θριαμβεύει καὶ νικᾶ καὶ κατακτᾶ κάθε ψυχή, ποὺ διψᾶ καὶ ποθεῖ αἰώνια χαρά. Γι᾿ αὐτὸ ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ ἔγινε κτῆμα μας ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς σταυρώσεως. Μὲ τρόπαιο, σύμβολο καὶ λυτρωτικὸ μέσο τὸν Σταυρό του οἱ ἀπόστολοι κατέκτησαν τὸν κόσμο καὶ οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ συνεχίζουν μέχρι σήμερα τὴν ἴδια πορεία θριάμβου. Σ᾿ αὐτὴν τὴν «καλωσύνη τοῦ Θεοῦ» πιστεύει ὁ καθένας μας· σ᾿ αὐτὴν «τὴν βασιλεία τῆς ἀγάπης» ἐλπίζουμε ὅλοι μας.
Ἀδελφοὶ καὶ συνοδοιπόροι μου στὴν νοερὴ αὐτὴ περιπλάνηση· μπορεῖ μερικὲς φορὲς τὸ δηλητήριο τῆς ὕλης, τῆς ἀπιστίας, τῆς κακίας, τῆς ἀπανθρωπιᾶς νὰ θόλωσε τὸν νοῦ μας καὶ νὰ χάσαμε τὴν καλωσύνη καὶ τὴν ἀγάπη, ἐκείνη ποὺ σήμερα περισσεύει ἀπὸ αὐτὸν ποὺ προσκυνοῦμε ἐπάνω στὸν Σταυρό. ῞Ομως δέστε, τῆς μετανοίας τὸ βάπτισμα ἔγινε· ἡ συγχώρηση δόθηκε· ὁ δρόμος ἀνοίχτηκε· ἡ σωτηρία πραγματοποιήθηκε· ὁ θρίαμβος τοῦ χριστιανισμοῦ συνεχίζεται· ἀμήν.
᾿Αρχιμανδρίτου Δαμασκηνοῦ Παπανδρέου, «Πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε», Λῆμνος 1989.
Γιὰ τοὺς σκοποὺς τῆς παρούσης δημοσιεύσεως ὁ τίτλος τῆς ὁμιλίας διασκευάστηκε ἐλαφρῶς, καθὼς ὁ συντάκτης τὴν ἐπέγραφε ἁπλῶς «Μεγάλη Πέμπτη» (῾Ομιλιάριον Συμβολῆς).