Τὰ γεγονότα τῆς Μ. Πέμπτης (ὑπὸ ἁγ. Γερβασίου)

Τὰ γεγονότα τῆς Μ. Πέμπτης

(Μ. Τετάρτῃ βράδυ)

 

Τοῦ ἁγίου Γερβασίου (Παρασκευοπούλου),

ἱεροκήρυκος τῆς μητροπόλεως Πατρῶν

 

[᾿Ανάμνησις· 1) τοῦ ἱεροῦ νιπτῆρος, 2) τοῦ μυστικοῦ δείπνου, 3) τῆς φρικτῆς καὶ ἀγωνιώδης προσευχῆς, καὶ 4) τῆς διὰ φιλήματος προδοσίας τοῦ ᾿Ιούδα.]

 

Πρὸς τὸ ἑσπέρας τῆς σήμερον ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξῆλθον τῆς Βηθανίας καὶ διὰ τοῦ ὄρους τῶν ᾿Ελαιῶν ἀπέρχονται εἰς ᾿Ιεροσόλυμα καὶ εἰσέρχονται εἰς «ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον» φιλικῆς των οἰκίας, ὅπου ὁ ᾿Ιησοῦς «ἐνέπεσε καὶ οἱ δώδεκα ἀπόστολοι σὺν αὐτῷ».  ῏Ητο ἤδη νύξ. Τὸ δεῖπνον ἦτο ἕτοιμον, ἁπλοῦν, λιτόν.

Κατὰ τὰ ἐν τῇ ᾿Ανατολῇ ἀνέκαθεν κρατοῦντα οἱ ἐπισκέπται πρὶν εἰσέλθωσιν εἰς οἰκίαν καὶ παρὰ τὴν εἴσοδον αὐτῆς ἀπέβαλλον τὰ σανδάλια αὐτῶν, οἱ ὑποδεχόμενοι αὐτοὺς τότε τοὐλάχιστον, ἔπλυνον τοὺς πόδας αὐτῶν, ὁσάκις ἤθελον ἵνα ἐξαιρετικῶς τιμήσωσιν αὐτούς. Τὸ πλύνειν τοὺς πόδας κυρίως ἦτο ἔργον τῶν δούλων.  Τὸ ἔργον τοῦτο τότε, ἀφοῦ οὐδεὶς προσεφέρθη νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, ἀνέλαβε νὰ ἐκτελέσῃ ὁ Κύριος καὶ διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος «ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου», βάζει τὰ ἱμάτια καὶ παίρνοντας λέντιον, «διέζωσεν ἑαυτόν».  Κατόπιν βάζει ὕδωρ στὸν νιπτῆρα (σὲ μία μικρὴ λεκάνη δηλαδὴ) καὶ ἄρχισε νὰ νίπτῃ «τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν» καὶ νὰ τοὺς σκουπίζῃ μὲ τὸ λέντιον, μὲ τὸ ὁποῖο ἦτο διεζωσμένος.

Καὶ ἤδη ἐρωτᾶται· τί προηγήθηκε ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ ὁ διδάσκαλος νὰ διδάξῃ διὰ παραδείγματος αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ταπεινοφροσύνης;  Δυνατόν, ὅπως φρονοῦν κάποιοι, τὴν ὥρα ποὺ καταλάμβαναν τὶς θέσεις των στὸ δεῖπνο νὰ κινήθηκε πάλι στὸ πνεῦμα τῶν ἀποστόλων ἡ φιλοπρωτία ἐκείνη, τὴν ὁποία ἄλλοτε τόσο αὐστηρὰ ἐπιτίμησε ὁ Κύριος.  ῾Η ἀλήθεια ὅμως βρίσκεται στοὺς λόγους τοῦ Κυρίου τοὺς ὁποίους εἶπε πρὸς τοὺς μαθητάς του μετὰ τὴν πλύσι τῶν ποδῶν, δηλαδὴ ὅτι καὶ αὐτοὶ «ὀφείλουν νὰ νίπτουν τοὺς πόδας ἀλλήλων» κατὰ τὸ ὑπόδειγμά του· μάλιστα δὲ στοὺς λόγους ποὺ εἶπε πρὸς τὸν Πέτρον· «῾Ο λελουμένος δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ πλύνῃ τοὺς πόδας του, ἀλλὰ εἶναι καθαρὸς ὅλος· καὶ σεῖς καθαροὶ εἶστε, ἀλλὰ ὄχι ὅλοι».  Μὲ ἄλλες λέξεις· διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης ἐσκόπευε ὁ Κύριος νὰ καταπραΰνῃ καὶ νὰ συγκινήσει τὴν ἀναίσθητη καὶ σκληρὰ καρδία τοῦ ᾿Ιούδα, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ σωτηρία τοῦ ὁποίου ὑποβλήθηκε καὶ στὴν ἐσχάτη ταπείνωσιν.  Δυστυχῶς ὅμως οὔτε ἡ ἐσχάτη αὐτὴ ταπείνωσι τοῦ νὰ δῇ τὴν δεσποτικὴ κορυφὴ νὰ σκύβῃ πάνω ἀπὸ τὰ πόδια του μετέβαλε τὶς διαθέσεις του, «οὔτε ὁ διάβολος ἐξωρίστηκε ἀπὸ μέσα του μὲ τὴν λεπτὴ ἐκείνη πρᾶξι, οὔτε ἡ λέπρα τῆς καρδίας του καθαρίστηκε ἀπὸ τὴν θεία ἐπαφὴ “τῶν ἀχράντων χειρῶν” τοῦ Κυρίου».  ᾿Αληθῶς πάρα πολὺ δύσκολον θὰ εἶναι νὰ μαλακώσῃ ἡ καρδία φιλαργύρου ἀνδρὸς καὶ νὰ συγκινηθῇ.

Μετὰ τὸ πλύσιμο τῶν ποδῶν «ἀναπεσὼν πάλιν» μέσα σὲ συνοχὴ καρδίας τῶν μαθητῶν ἔλαβε τὸν ἄρτον, εὐχαρίστησε, τὸν ἔκοψε σὲ τεμάχια, καὶ ἔδωσε στοὺς μαθητὰς λέγοντας· «Λάβετε, φάγετε· τοῦτο ἐστὶ τὸ σῶμά μου».  Καὶ παίρνοντας τὸ ποτήριον καὶ πάλι εὐχαρίστησε καὶ τοὺς ἔδωσε λέγοντας· «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γὰρ ἐστὶ τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενων εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν».  «῾Οσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε», δηλαδὴ κάθε φορὰ ποὺ θὰ τρῶτε αὐτὸν τὸν ἄρτο καὶ θὰ πίνετε αὐτὸ τὸ ποτῆρι, «τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε», μέχρις ὅτου ἔλθῃ.

Τοῦτο εἶναι τὸ ὅλο διατακτικὸ καὶ τοῦ μεγάλου καὶ φρικτοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας· τῆς θυσίας ποὺ ἀποτέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὴν μόνη καθαρὰ καὶ λογικὴ θυσία, ἡ ὁποία ἀντικατέστησε ὅλες τὶς ἀνωφελεῖς αἱματοχυσίες τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ αὐτὲς τὶς αἱματηρὲς τῶν ᾿Ιουδαίων.  Αὐτὴ ὑπῆρξεν, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἡ μόνη καὶ μία ἀνάμνησι τοῦ ὑπὲρ ἡμῶν θανάτου τοῦ Χριστοῦ.

Τοῦτο εἶναι τὸ πρὸς ἐνίσχυσι, ἀναψυχὴ καὶ νῖψι τῶν ψυχῶν μας διδόμενο σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν.  Αὐτὸ δίδεται σήμερα σὲ μᾶς «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλήμμελημάτων, εἰς Πνεύματος ἁγίου κοινωνίαν, εἰς βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς Κύριον», καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ φιλόστοργος μητέρα μας ἐκκλησία προσκαλεῖ τὰ τέκνα της σήμερα στὴν μετάληψι τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ συμψάλλει·

«Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ

σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ,

κοινωνῶν με παράλαβε».

Θὰ ὑπάρξῃ κανεὶς ποὺ δὲν θὰ αἰσθανθῇ τοὺς συγκινητικοὺς λόγους τοῦ σωτῆρος «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» καὶ θὰ μείνῃ μακρὰν ἀπὸ τὸ μυστήριο;  Θὰ ὑπάρξῃ κάποιος σὰν τὸν ᾿Ιούδα ὁ ὁποῖος θὰ προτιμήσῃ νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὴν μυστικὴ τράπεζα;  Θὰ βρεθῇ ψυχὴ νὰ στερήσῃ τὸν ἑαυτό της ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο «σωστικὰ καὶ ἀναψυκτικά», τὰ ὁποῖα καὶ μόνα μποροῦν νὰ τὴν ἐπαναπαύσουν;

Ὁ ᾿Ιησοῦς γνωρίζει ὅτι ἡ φοβερὰ ὥρα τῆς παραδόσεώς του πλησιάζει καὶ ὅτι, μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποία ἔμελλε νὰ παραδώσῃ τὸ πνεῦμα του, τίποτε ἄλλο δὲν ἔμενε γι᾿ αὐτὸν πάνω στὴν γῆ παρὰ μόνον ἡ βάσανος τοῦ σωματικοῦ ἄλγους καὶ ἡ τυραννία τῆς ψυχικῆς ὀδύνης καὶ λύπης.  «῎Ωφειλε ἑπομένως νὰ ἐπιρρώσῃ τὸ σῶμα, νὰ νευρώσῃ τὴν ψυχήν, νὰ πραΰνῃ τὸ πνεῦμα μὲ τὴν προσευχὴν καὶ τὴν ἀπομόνωσιν, μὲ σκοπὸ νὰ συναντήσῃ τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία κάθε τὶ κακὸ στὴν δύναμι καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ πονηροῦ θὰ ἔπεφτε πάνω στὴν κεφαλὴ τοῦ ἀθῴου καὶ τοῦ ἁγίου, καὶ ὤφειλε νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ὥραν ἐκείνην μόνος».  ᾿Αλλὰ καὶ πίστευε ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀντιμετωπίσῃ ἀποτελεσματικῶς μὲ μόνη τὴν κατ᾿ ἰδίαν προσευχήν του.  Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο, ἀφοῦ εἶπε στὴν τριάδα τῶν προσφιλῶν μαθητῶν του «μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε», ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτοὺς «ὡσεὶ λίθου βολήν» (σὲ ἀπόστασι ὅσο εἶναι τὸ πέταγμα μιᾶς πέτρας, ἕνα πετροβόλημα), καὶ ἀφοῦ λύγισε τὰ γόνατα, προσευχόταν λέγοντας· «Πάτερ, ἂν εἶναι δυνατόν, ἂς παρέλθῃ ἀπὸ μένα ἡ ὥρα αὐτή· πλὴν ὅμως ὄχι ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀλλὰ ὅπως ἐσύ».

Ἡ ὥρα εἶναι κρίσιμη, ἡ ἀγωνία φοβερά, πάνω δὲ στὸ θεῖο μέτωπό του δημιουργήθηκε ἱδρῶτας «ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος», ποὺ κατέβαιναν στὴν γῆ.  ᾿Αλλὰ γιατί τόσον ἀγωνιᾷ καὶ πάσχει ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀφοῦ ἑκουσίως ἦλθε γιὰ τὸ θεῖον πάθος;  ᾿Ιδοὺ γιατί· τὴν στιγμὴ ἐκείνη κάνοντας μία ἀνασκόπησι μὲ τὸν παντεποπτικὸν θεῖον ὀφθαλμόν του στὸ σύμπαν, στοὺς αἰῶνες καὶ στὶς μέλλουσες γενεές, βλέπει ὅτι, ἂν καὶ προσφέρῃ τὸν ἑαυτόν του ὑπὲρ πάντων, ἀπὸ τὴν θυσία του δὲν θὰ ὠφεληθοῦν πάντες· βλέπει ὅτι τὸ αἷμα του εἰς μάτην θὰ χυθῇ διὰ πολλούς· βλέπει ὅτι τὸ αἷμα του καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς δικούς του πολλὲς φορὲς θὰ γίνῃ «εἰς κρῖμα ἢ κατάκριμα» λόγῳ τῆς ἀναξιότητος ἢ ἀδιαφορίας των. Αὐτὰ ἀναλογιζόμενος μέσα του ἀναφωνεῖ μαζὶ μὲ τὸν ψαλμῳδό· «Τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου, ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν;»  Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξι.

Ἐνῷ ἀκόμη ὡμιλοῦσε, νά ὁ ᾿Ιούδας, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητάς, ἦρθε, καὶ μαζί του ὄχλος πολὺς μὲ μαχαίρια καὶ ξύλα, ὁ ὁποῖος εἶχε σταλῆ ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ.   Καὶ ὁ ᾿Ιούδας ποὺ τὸν παρέδιδε τοὺς εἶχε δώσει σημάδι, σινιάλο, λέγοντας· «Αὐτὸν ποὺ θὰ φιλήσω αὐτὸς εἶναι· συλλάβετέ τον».  Καὶ ἀμέσως πλησίασε τὸν ᾿Ιησοῦ καὶ εἶπε· «Χαῖρε, ῥαββί», δηλαδὴ «χαῖρε, διδάσκαλε», καὶ «κατεφίλησεν αὐτόν»· καὶ ἐβεβήλωσε τὴν ἁγίαν παρειάν, τὸ ἅγιο μάγουλο, τοῦ ᾿Ιησοῦ μὲ τὸ προδοτικὸ φίλημα.  ῾Ο τρόπος αὐτὸς τῆς προδοσίας του, λέγει κάποιος, εἶναι τόσον ἀπαραδειγμάτιστος μὲ μυσαρότητα, ὥστε περισσότερες λέξεις θὰ ἦσαν περιττές.  ᾿Αλλ᾿ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ στὴν περίστασι αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι μοναδικὴ ἐν τῇ ἱστορίᾳ στὸ εἶδος της, οὔτε ταράχτηκε οὔτε μία λέξη ὑπερβολικὴ δὲν ἄφησε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ χείλη του.  ᾿Αλλὰ ἀφοῦ γιὰ τελευταία φορὰ ἔθιξε καὶ πάλι τὴν πιὸ εὐαίσθητη ἀνθρώπινη χορδή, τὴν σκληρὰ καρδία τοῦ ᾿Ιούδα, προσπαθεῖ κατὰ κάποιον τρόπο νὰ διεγείρει μέσα σ᾿ αὐτόν, ἔστω καὶ κατὰ τὴν τελευταία ἐκείνη ὥρα, ἕνα αἴσθημα μεταμελείας σ᾿ αὐτὸν μὲ τὸ γλυκύτατο ἐκεῖνο καὶ δραματικὸ «᾿Ιούδα, μὲ φίλημα παραδίδεις τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;»  ᾿Αλλ᾿ ὁ ᾿Ιούδας μένει ἀνάλγητος· ἀλλ᾿ ὁ ᾿Ιούδας ἀκόμη κι ἔτσι δὲν συγκινεῖται καὶ δὲν μαλακώνει.

Ἀφοῦ λοιπὸν παρετήρησε ὅτι οὔτε ἡ τρυφερότης καὶ ἡ στοργή του ἐπέφεραν σὲ αὐτὸν καμμία μεταβολή, ἀφοῦ εἶδε ὅτι τίποτε δὲν κατώρθωσε νὰ μαλακώσῃ τὴν καρδιὰ ἐκείνης τῆς ὕαινας, ἀλλὰ ἐξακολουθεῖ αὐτὸς καὶ κατόπιν τούτου νὰ στέκεται μαζὶ μὲ τοὺς ὑπηρέτες τῶν ἀρχιερέων, προχώρησε λίγο καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του στὰ χέρια τους.  Δικαίως λοιπὸν ὁ ᾿Ιησοῦς πρὶν ἀπὸ λίγο ἔλεγε μονολογῶντας· «Τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου, ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν;» ᾿Αλλὰ καὶ γιὰ πόσους ἀπὸ ἐμᾶς δὲν ἀληθεύει αὐτό;

 

᾿Εφημερὶς «᾿Απογευματινὴ» τῶν Πατρῶν, 28/4/1932.

Παναγιώτου ᾿Αντ. Λόη, «῾Ομιλεῖ ἕνας σύγχρονος ἅγιος» (ἀρχιμανδρίτης Γερβάσιος Χαρ. Παρασκευόπουλος), Πάτραι 2000. 

᾿Ενταῦθα ἀναδημοσιεύεται μὲ προσθήκη τίτλου καὶ μὲ ἐλαφρὰ γλωσσικὴ ἁπλοποίησι (῾Ομιλιάριον Συμβολῆς).

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο

25 μαρτίου, εὐαγγελισμός (ἀπόστολος)