Σάβ. Λαζάρου, εὐαγγέλιον

 

H ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Σάβ. Λαζάρου (Ιω 11,1-45)

 

Τὴν τελευταία ἑβδομάδα τῆς Μεγ. Σαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει δύο ἐνθαρρυντικὰ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς γεγονότα· τὴν ἀνάσταση τοῦ τετραήμερου φίλου τοῦ Χριστοῦ Λαζάρου καὶ τὴν ἔνδοξη εἴσοδό του στὰ ᾿Ιεροσόλυμα, τὴν «Βαϊοφόρον», ὅπως ἀποκαλεῖται.

Ὁ φίλος τοῦ Κυρίου «δίκαιος» Λάζαρος ἀνῆκε στὴν τάξη τῶν Φαρισαίων. Γεννήθηκε στὴν μικρὴ πολίχνη Βηθανία, ὄχι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὰ ᾿Ιεροσόλυμα, στοὺς ἀνατολικοὺς πρόποδες τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν. Ὁ πατέρας του, ἐπίσης Φαρισαῖος, ἐλέγετο Σίμων καὶ εἶχε δύο ἀδελφές, τὴν Μάρθα καὶ τὴν Μαρία, γιὰ τὶς ὁποῖες γίνεται συχνὰ λόγος στὸ Εὐαγγέλιο.

Ὅταν ὁ Κύριος περιόδευε τὴν Ἰουδαία, περνοῦσε συχνὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Σίμωνα, μὲ τὸν ὁποῖο συνομιλοῦσε, διότι ὁ Σίμων ὡς Φαρισαῖος πίστευε στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν*. Ἐκεῖ στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνα ὁ Κύριος ἐφιλοξενεῖτο συχνά, ἐνῷ οἱ Λάζαρος, Μάρθα καὶ Μαρία «διηκόνουν αὐτῷ».

Ὀλίγον πρὸ τοῦ ἑκουσίου του πάθους ὁ Κύριος θέλησε νὰ «προτυπώσει» τὸ μυστήριο τῆς δικῆς του Ἀναστάσεως μὲ τὸ μεγάλο θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου. Ὅταν ἀρρώστησε ὁ Λάζαρος, ὁ Κύριος βρισκόταν εἰς «τὴν πέραν τοῦ Ἰορδάνου χώραν». Εἰδοποιήθηκε ἀπὸ τὶς ἀδελφὲς τοῦ Λαζάρου, ἀλλὰ σκοπίμως ἄργησε νὰ ἐπιστρέψει. Εἶπε δὲ στοὺς μαθητές του ὅτι «αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ’ ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι᾿ αὐτῆς». Ὅταν ὁ Λάζαρος ἀπέθανε, ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητές του· «Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται, ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν». Οἱ μαθητὲς νόμισαν ὅτι πρόκειται πράγματι γιὰ ὕπνο. Τότε ὁ Κύριος ἀναγκάστηκε νὰ τοὺς μιλήσει καθαρά· «Λάζαρος ἀπέθανε καὶ χαίρω δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν».

Ὕστερα ἀπὸ δύο μέρες ὁ Κύριος ἀφήνει τὴν πέραν τοῦ Ἰορδάνου χώρα καὶ πηγαίνει στὴν Ἰουδαία. Στὴν Βηθανία ὅταν ἔφθασε ὁ Κύριος, ὁ Λάζαρος ἦταν ἤδη πεθαμένος τέσσερις ἡμέρες. Ἡ Μάρθα ὅταν ἄκουσε ὅτι ἔρχεται ὁ Χριστός, βγῆκε νὰ τὸν προϋπαντήσει καὶ τοῦ εἶπε· «Κύριε, ἂν ἤσουν ἐδῶ, ὁ ἀδελφός μου δὲν θὰ πέθαινε· ἀλλὰ καὶ τώρα γνωρίζω ὅτι ὅσα ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ σοῦ τὰ δώσει». Λέγει σ’ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· «Θὰ ἀναστηθεῖ ὁ ἀδελφός σου». Τοῦ ἀπαντᾶ ἡ Μάρθα· «Γνωρίζω, Κύριε, ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ τὴν ἔσχατη ἡμέρα». Τότε τῆς ἀπήντησε ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὅποιος πιστεύει σὲ μένα, ἀκόμα καὶ ἂν πεθάνει, θὰ ζήσει· καὶ ὅποιος πιστεύει σὲ μένα καὶ ζεῖ, δὲν θὰ πεθάνει εἰς τὸν αἰῶνα. Τὸ πιστεύεις αὐτό;» Λέγει σ’ αὐτὸν ἡ Μάρθα· «Ναί, Κύριε, ἐγὼ πιστεύω ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ περιμένουμε νὰ ἔλθει στὸν κόσμο».  Ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, εἰδοποίησε κρυφὰ τὴν ἀδελφή της ὅτι ὁ Δάσκαλος ἔφθασε καὶ τὴν ζητάει. Ἡ Μαρία σηκώθηκε ἀμέσως καὶ ἦλθε πρὸς συνάντηση τοῦ Ἰησοῦ. Οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ εἶχαν ἔλθει γιὰ νὰ παρηγορήσουν τὶς δύο ἀδελφές, ὅταν εἶδαν τὴν Μαρία νὰ φεύγει, νόμισαν ὅτι πάει στὸν τάφο γιὰ νὰ κλάψει καὶ τὴν ἀκολούθησαν. Ὅταν ἡ Μαρία συνάντησε τὸν Ἰησοῦ, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ κλαίγοντας καὶ τοῦ εἶπε· «Κύριε ἂν ἤσουν ἐδῶ, ὁ ἀδελφός μου δὲν θὰ πέθαινε». Ὁ Ἰησοῦς ὅταν τὴν εἶδε νὰ κλαίει καὶ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ τὴν ἀκολουθοῦσαν νὰ κλαῖνε καὶ αὐτοί, λυπήθηκε βαθιὰ καὶ ταράχθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Ποῦ τὸν ἔχετε βάλει;» Τοῦ λένε· «Κύριε, ἔλα νὰ δεῖς». Τότε ὁ Ἰησοῦς δάκρυσε. Καὶ αὐτό, παρ’ ὅτι ἤξερε ὅτι ὁ Λάζαρος θὰ ἀναστηθεῖ. Δὲν μποροῦσε νὰ μὴν ἐκδηλώσει τὰ ἀνθρώπινα αἰσθήματά του.

Οἱ Ἰουδαῖοι ποὺ ἦσαν παρόντες ἔλεγαν· «Δὲς πόσο τὸν ἀγαποῦσε! Ἀλλὰ δὲν θὰ μποροῦσε αὐτὸς ποὺ ἄνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, νὰ κάνει κάτι, ὥστε καὶ αὐτὸς ἐδῶ νὰ μὴν πεθάνει;» Ὁ Ἰησοῦς ταραγμένος καὶ λυπημένος ἔρχεται πρὸς τὸ μνῆμα. Τὸ μνῆμα ἦταν μία σπηλιά, ποὺ τὴν εἴσοδό της ἔφρασσε μία μεγάλη πέτρα. Λέει τότε ὁ Ἰησοῦς· «Βγάλτε τὴν πέτρα (ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου)». Τοῦ λέει ἡ Μάρθα· «Κύριε, τώρα πιὰ θὰ μυρίζει ἄσχημα, γιατὶ εἶναι τέσσερις μέρες στὸ μνῆμα». Τῆς λέει τότε ὁ Ἰησοῦς· «Δὲν σοῦ εἶπα πὼς ἂν πιστέψεις, θὰ δεῖς τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ;»  Ἔβγαλαν λοιπὸν τὴν πέτρα ἀπὸ τὸ μνῆμα τοῦ νεκροῦ. Τότε  ὁ Ἰησοῦς σήκωσε τὰ μάτια ψηλὰ καὶ εἶπε· «Πατέρα, σ’ εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἄκουσες. Ἐγὼ ἤξερα, πὼς πάντα μὲ ἀκοῦς· τὸ εἶπα ὅμως γιὰ χάρη τοῦ πλήθους ποὺ στέκει ἐδῶ γύρω, γιὰ νὰ πιστέψουν πὼς σὺ μὲ ἀπέστειλες». Καὶ ὅταν τὰ εἶπε αὐτά, φώναξε μὲ φωνὴ δυνατή· «Λάζαρε, ἔβγα ἔξω».  Βγῆκε ἔξω ὁ νεκρός, μὲ δεμένα τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια σὲ πάνινες λουρίδες καὶ τὸ πρόσωπό του τυλιγμένο μὲ ξεχωριστὸ πανί, τὸ «σουδάριο». Τότε τοὺς λέει ὁ Ἰησοῦς· «Λῦστε τον καὶ ἀφῆστε τὸν νὰ περπατήσει».

Ἐδῶ ἐγείρεται μία προφανὴς ἀπορία. Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶχε τὴ δύναμη νὰ ἀναστήσει ἕναν νεκρό, δὲν θὰ εἶχε καὶ τὴ δύναμη νὰ σηκώσει τὴν πέτρα ποὺ ἔφρασσε τὸ μνῆμα; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι βεβαίως καὶ τὴν εἶχε. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς καὶ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση καὶ σὲ ἄλλες «κάνει μόνο αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος». Τὰ ἄλλα (δηλαδὴ νὰ σηκώσει τὴν πέτρα) τὰ ἀφήνει νὰ τὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι, ὅταν μποροῦν.

Πράγματι, κατὰ τὴν προσταγὴ τοῦ Κυρίου, ἔλυσαν τὸν Λάζαρο καὶ τὸν ἄφησαν νὰ πάει περπατώντας σπίτι του, ἐνῷ ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι ἐθαύμαζαν γιὰ τὸ γεγονὸς καὶ ἐδόξαζαν τὸν Θεό. Πράγματι τὸ θαῦμα αὐτὸ ἦταν πρωτοφανὲς καὶ πρωτάκουστο καὶ δείχνει τὴν παντοδυναμία τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὁ Λάζαρος ἦταν ἤδη πεθαμένος τέσσερις μέρες καὶ τὸ σῶμα του εἶχε ἀρχίσει νὰ ἀποσυντίθεται.

Τὸ γιατί ὁ Κύριος φώναξε τὸν Λάζαρο μὲ δυνατὴ φωνὴ νὰ βγεῖ  ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο, σὰν νὰ τὸν καλοῦσε ἀπὸ μακριά, ἔχει ἰδιαίτερη σημασία. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Καινῆς Διαθήκης, τῆς μετὰ Χριστὸν ἐποχῆς, ἰσχύει ὅτι εἴτε εὐαρεστοῦν στὸν Θεὸ καὶ οἱ ψυχές τους προγεύονται τὸν παράδεισο εἴτε δὲν εὐαρεστοῦν σ’ αὐτὸν καὶ προγεύοναι τὴν Κόλαση. Στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅμως, δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάστη τοῦ Κυρίου, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ οἱ δίκαιοι ἀκόμα, πήγαιναν στὸν ᾅδη, ποὺ ἦταν δυσάρεστη κατάσταση, κατάσταση χωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό.  ῎Ετσι λοιπὸν ὁ Λάζαρος τὴν τέταρτη ἀπὸ τὸν θάνατό του ἡμέρα βρέθηκε στὸν ᾅδη.  Ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἀνακάλεσε ἡ δυνατὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου.

Ἡ παράδοση διασῴζει ὅτι ὁ Λάζαρος μετὰ τὴν ἀνάστασή του δὲν γελοῦσε ποτέ. Γέλασε μόνον μία φορά, ὅταν εἶδε ἕναν πλανόδιο ποὺ πούλαγε γλάστρες μ’ ἕνα κάρο. Αὐτὸς ἐνῷ διαπραγματευόταν μὲ κάποιον ἢ κάποια, ποὺ ἤθελε νὰ ἀγοράσει, κάποιος ἄλλος πῆγε πίσω ἀπὸ τὸ κάρο, καὶ ἔκλεψε μία γλάστρα. Τότε ὁ Λάζαρος γέλασε ἀναφωνώντας· «Γιὰ ἰδές, πηλὸς κλέβει πηλόν». Ἐπίσης τὸ στόμα του ἦταν πάντοτε πικρὸ καὶ τὸ γλύκαινε μὲ κάτι γλυκό. Καὶ αὐτό, καθὼς καὶ ἡ συνεχὴς λύπη του, σημαίνει ὅτι κατὰ τὶς τέσσερις ἡμέρες ποὺ πῆγε στὸν ᾅδη, δηλαδὴ στὴν κόλαση, βρέθηκε σὲ χῶρο ζοφερὸ καὶ αὐτὸ τὸν στιγμάτισε διὰ βίου. Δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ ξεχάσει «τὴν πίκρα τῆς κολάσεως».

 Οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ὅταν ἔμαθαν τὸ θαῦμα καὶ πὼς ἐξαιτίας τοῦ Λαζάρου πολλοὶ Ἰουδαῖοι πίστευσαν στὸν Χριστό, ἀποφάσισαν νὰ θανατώσουν καὶ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν Λάζαρο. Ὁ Χριστὸς τότε ἔφυγε στὴν Ἐφραΐμ, δυτικὰ τοῦ Ἰορδάνη.

Κατὰ τὴν παράδοση, μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν διασπορὰ τῶν μαθητῶν, ὁ Λάζαρος διέφυγε στὴν Κύπρο. Ἐκεῖ ἀργότερα χειροτονήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἐπίσκοπος Κιτιέων, στὴν σημερινὴ Λάρνακα (ποὺ πῆρε τὸ ὄνομα τῆς ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν λάρνακα τοῦ Λαζάρου). Ἀφοῦ ἐποίμανε τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία θεαρέστως καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο μὲ πολλὴ θέρμη καὶ ἐνθουσιασμό, ἐκοιμήθη πάλι, 30 χρόνια μετὰ τὴν πρώτη ἀνάστασή του, σὲ ἡλικία 63 ἐτῶν. Ὁ δεύτερος τάφος του κοντὰ στὸ Κίτιο, στὴν σημερινὴ πόλη Λάρνακα, σῴζεται μέχρι σήμερα καὶ κάνει πολλὰ θαύματα. Φέρει δὲ τὴν ἐπιγραφὴ «Λάζαρος, ὁ τετραήμερος φίλος του Χριστοῦ».

Ἡ Ἐκκλησία μας ψάλλει στὴ μνήμη τοῦ Λαζάρου πανηγυρικά· «Τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· ᾿Ωσαννά, ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».  Δηλαδή· «Παρέχοντας ἐγγυήσεις πρὸ τοῦ πάθους σου διὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς κοινῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων, Χριστὲ καὶ Θεέ μας, ἀνέστησες ἐκ τῶν νεκρῶν τὸν Λάζαρο· γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς φέροντας τὰ σύμβολα τῆς νίκης, ὅπως τὰ παιδιά, σὲ σένα ποὺ εἶσαι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου φωνάζουμε· δόξα σὲ σένα (ὠσσανά), ποὺ βρίσκεσαι στὰ ὕψιστα μέρη τοῦ οὐρανοῦ (στὴν Ἁγία Τριάδα)· ἂς εἶσαι εὐλογημένος ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός, τοῦ Κυρίου μας». Γιὰ τὸν ὕμνο παιδιῶν καὶ θηλαζόντων νηπίων εἶχε προφητευθεῖ ἀπὸ τὸν προφητάνακτα Δαυΐδ· «ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον τῷ Θεῷ» [Ψαλ. ριζ΄ (117) 25,26].

 

Χρῆστος Σπ. Χριστοδούλου

ΑΘΗΝΑ  21-3-2007

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Καινὴ καὶ Παλαιὰ Διαθήκη.

2. Ὑμνολογία Σαβ. Λαζάρου καὶ Κυριακῆς Βαΐων.

3. «Έρως Ὀρθοδοξίας», καθηγητοῦ Π. Β. Πάσχου, ἐκδόσεις Ἀποστ. Διακονίας.

 

 

* Οἱ ἀναφερόμενοι στὰ εὐαγγέλια γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ἦσαν θρησκευτικὲς ὁμάδες τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι δέχονταν τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ ἡ πίστι τους ἦταν ἐπιφανειακὴ καὶ ὑποκριτική, καὶ οἱ ἴδιοι ἦσαν γνωστοὶ γιὰ τὴν ὑποκρισία τους, γιὰ τὴν ὁποία κατηγοροῦνται καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο («οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι, ὑποκριταί», Μτ 23:13 καὶ ἑξῆς).  ᾿Εκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν πίστευαν στὴν ἀνάστασι οὔτε στὴν μέλλουσα ζωὴ ἦσαν οἱ Σαδδουκαῖοι, μία ἄλλη θρησκευτικὴ ὁμάδα τῆς ἐποχῆς, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονταν οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ ᾿Ισραήλ· καὶ μὲ αὐτοὺς ἐπίσης ὁ Χριστὸς ἦρθε σὲ δημόσια ἀντιπαράθεσι καὶ τοὺς ἤλεγξε γιὰ τὴν ἀντιβιβλικὴ ἀπιστία τους (Μτ 22:23-33). Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ γίνεται σύγχυσι μεταξὺ Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων· ἦσαν διαφορετικὲς θρησκευτικὲς ὁμάδες μὲ διαφορετικὲς πεποιθήσεις, ἂν καὶ κάποιες φορὲς εἶχαν κοινὰ συμφέροντα. (Σημείωσι ἐπιμελητοῦ.)

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο

25 μαρτίου, εὐαγγελισμός (ἀπόστολος)