Εὐαγγέλιον Κυρ. Βαΐων

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Εὐαγγέλιον Ιω 12,1-18

 

 Τὴν ἕκτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν θριαμβευτικὴ εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στὰ ᾿Ιεροσόλυμα ὡς τοῦ ἀναμενόμενου Μεσσία καὶ Σωτῆρα.

῞Εξι ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητές του ἐπέστρεψε  στὴν Βηθανία, ὅπου τοῦ παρετέθη δεῖπνο στὸ σπίτι τοῦ Λαζάρου.  Μετὰ τὸ δεῖπνο ἔστειλε δύο μαθητὲς καὶ τοῦ ἔφεραν «τὴν ὄνον καὶ τὸν πῶλον αὐτῆς», δηλαδὴ μία θηλυκὴ ὄνο μὲ τὸ πουλάρι της, στὸ ὁποῖο ποτὲ κανεὶς δὲν εἶχε καθίσει. Τὴν ἑπομένη ὁ Χριστός, καθήμενος ἐπὶ «πῶλον ὄνου», μπῆκε στὰ ᾿Ιεροσόλυμα μέσα σὲ μία ἀτμόσφαιρα χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως. Τὸν ὑποδέχονταν ὅλοι ὡς βασιλέα μὲ ζωηροὺς ἀλαλαγμοὺς φωνάζοντας· «᾿Ωσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυΐδ· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ», δηλαδὴ «Δόξα στὸν υἱὸ Δαυΐδ, εὐλογημένος αὐτὸς ποὺ ἔρχεται σταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο, ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ» (Ιω. ιβ΄ 12 καὶ Μτθ. κα΄ 9).

Ἄλλοι ἔστρωναν στὸν δρόμο τὰ ἐνδύματά τους, ἄλλοι ἔκοβαν κλωνάρια ἀπὸ ἐλιὲς καὶ φοινικιὲς καὶ τὰ ἔριχναν στὸν δρόμο ἢ τὰ ἀνεμίζαν μὲ τὰ χέρια τους, ζητωκραυγάζοντας μὲ ἐνθουσιασμό. Τὸ «ὠσαννὰ» (δόξα) ἀκουγόταν μυριόστομο ἀπὸ ὅλους τους ῾Εβραίους, μὰ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὰ παιδιά, ἀκόμα καὶ ἀπὸ θηλάζοντα βρέφη, γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ προφητεία τοῦ Δαυὶδ «ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον» (βλ. Μτθ. κα΄ 16 καὶ Ψλμ. ριζ΄ (117) στίχ. 25).  Ὅλος ὁ κόσμος τῶν ᾿Ιεροσολύμων χαιρόταν καὶ πανηγύριζε, γιὰ νὰ ἐπαληθευθεῖ καὶ ἡ προφητεία τοῦ Ζαχαρία· «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον, υἱὸν ὑποζυγίου» (Ζάχ. θ΄ 9). [πραΰς· δηλαδὴ δὲν ἔρχεται ἀγέρωχος καὶ κατακτητικὸς πάνω σὲ «περήφανο ἄτι» (ἄλογο), ἕτοιμος γιὰ πόλεμο καὶ κατακτήσεις.]

Οἱ ἅγιοι πατέρες ὡς «πῶλον» ἐννοοῦν τὰ «ἔθνη», δηλαδὴ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, πάνω στὸν ὁποῖο νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος κάθισε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν νέα διδασκαλία τῆς ἀγάπης. Ἄλλοι δίνουν καὶ τὴν παρακάτω ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία· τώρα ποὺ περιμένουμε τὸν νικητὴ Χριστὸ νὰ μπεῖ στὰ ᾿Ιεροσόλυμα τοῦ καθενός μας, στὴν στέγη τῆς ψυχῆς μὲ τὰ ἄχραντα μυστήρια, ἂς τὴν προετοιμάσουμε μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια. Ἂς ἀπεκδυθοῦμε τὸν παλαιὸ ἑαυτό μας «σὺν ταῖς πράξεσι αὐτοῦ καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» καὶ ἂς πάρουμε στὰ χέρια μας τὰ βάγια τῆς νίκης, τὶς πνευματικὲς ἀρετές, γιὰ νὰ νικήσουμε τοὺς τρεῖς μεγάλους ἐχθρούς μας· τὸν κακὸν ἑαυτόν μας (τὸ σαρκικό μας φρόνημα), τὸν κόσμο (μὲ τὴν εὐπερίστατη ἁμαρτία) καὶ τὸν διάβολο (τὸν ἐμπνευστὴ ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν). Ἔπειτα μὲ ἄρρητη χαρὰ ἂς πλησιάσουμε τὸ «δεῖπνο τῆς βασιλείας», κραυγάζοντας μαζὶ μὲ τὰ νήπια καὶ τοὺς παῖδες τοῦ Εὐαγγελίου· «᾿Ωσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

Ἕνα ἀπὸ τὰ ἰδιόμελα τοῦ Ἑσπερινοῦ της Κυριακῆς τῶν Βαΐων λέει· «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε», διότι σὲ πολλὰ μοναστήρια οἱ μοναχοί, ὅταν ἔμπαινε ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ἀναχωροῦσαν ἀπὸ τὰ μοναστήρια των καὶ ἔμεναν στὴν ἔρημο μόνοι μὲ τὸν Θεό. Ἐπέστρεφον δὲ καὶ συνηθροίζοντο πάλι τὴν ἡμέρα τῶν Βαΐων, γιὰ νὰ ἑορτάσουν κοινοβιακὰ τὴν Μεγ. Ἑβδομάδα καὶ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάσταση. Γι’ αὐτὸ ἔχει γραφεῖ καὶ τό· «Οἱ ἐν τοῖς ἐρήμοις καὶ σπηλαίοις ἥκατε· ἀθροίσθητε σὺν ἡμῖν βαϊοφόρως ὑπαντῆσαι τῷ βασιλεῖ καὶ δεσπότῃ».

Ὁ λειτουργικὸς χρόνος. «Λειτουργικὸς χρόνος» εἶναι μία ἔννοια, ἡ ὁποία στὴν λατρεία παύει νὰ ὑφίσταται ὡς παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον καὶ μετουσιώνεται σὲ ἕνα διαρκὲς παρόν, σὲ ἕνα βίωμα μυστικό.  Ἡ θεία λατρεία καταργεῖ τὶς κατηγορίες «χρόνου» καὶ «χώρου» καὶ ἀποτελεῖ τὸν ἀσφαλέστερο τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ χριστιανὸς ἐπικοινωνεῖ ἄμεσα πρὸς τὰ γεγονότα τοῦ παρελθόντος.  Στὴν θεία λατρεία ὁ Χριστὸς ἑνώνεται μὲ μᾶς ὄχι ὡς βίωμα ὑποκειμενικό, ἀλλὰ ὡς πραγματικότητα ἀντικειμενική.

Μέσα στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας τὰ σωτηριολογικᾶ γεγονότα τοῦ παρελθόντος «βιώνονται» ὡς παρόντα. Ἔτσι ψάλλουμε· «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου…» ἢ «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἠμᾶς συνήγαγεν…»«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου...» κ.ο.κ., μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὰ ἑκάστοτε ἑορταζόμενα γεγονότα δὲν σῴζουν ὡς γενόμενα στὸ παρελθόν, ἀλλὰ σῴζουν μὲ τὴν τωρινὴ συμμετοχὴ τοῦ πιστοῦ σ’ αὐτά.

Γενικῶς λοιπὸν ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου ἐντὸς τῆς λειτουργικῆς ζωῆς (ὁ λεγόμενος «λειτουργικὸς χρόνος») τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν ἔννοια τοῦ χρόνου ἐκτὸς αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ὁ λειτουργικὸς χρόνος ἀνάγει τὰ γεγονότα στὸ παρόν. Ἡ συμμετοχὴ τῶν πιστῶν σ’ αὐτὰ σῴζει ὡς ἐὰν ὁ πιστὸς συμμετεῖχε στὰ σωτηριολογικὰ γεγονότα τότε ποὺ ἔγιναν.

 Ἐπίλογος. Εὐρισκόμενοι πλέον στὸ μεταίχμιο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, χρειάζεται νὰ ἀκουστεῖ γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἡ σημασία τῆς νηστείας ἀπὸ τὰ χείλη ἑνὸς ἐξαίρετου ἱεράρχη καὶ ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέως τοῦ Ἠλία Μηνιάτη.

«Ἰδοὺ διαπεράσαμε, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τὸ πέλαγος τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, καὶ καλότυχος ἐκεῖνος ὅπου δὲν ἐκινδύνευσεν εἰς τὸ πέλαγος αὐτό, ἀλλὰ ἐξῆλθεν ἐλευθερωμένος ἀπὸ πᾶσαν δαιμονικὴν τρικυμίαν· οὗτος καὶ εἰς καλὸν λιμένα ἔφθασεν καὶ τὸν λοιπὸν κίνδυνον δὲν φοβεῖται. Ἡ ἁγία Τεσσαρακοστή, τὴν ὁποίαν διήλθομεν, εἶναι ἁγιασμὸς καὶ σωτηρία τῆς ψυχῆς ἡμῶν. Διότι ἡ νηστεία εἶναι μέγα ὄφελος. Ἀπὸ αὐτὴν ὁ Μωϋσῆς ἔγινε νομοθέτης τοῦ ἑβραϊκοῦ γένους· ἀπὸ αὐτὴν ἐκαθαρίσθη ὁ νοῦς του καὶ εἶδε δόξαν Θεοῦ.  Ἀπὸ αὐτὴν οἱ τρεῖς παῖδες ἔσβεσαν τὴν φλόγα τῆς καμίνου· ἀπὸ αὐτὴν καὶ ὁ προφήτης Δανιὴλ ἡμέρωσε τοὺς λέοντας· ἀπὸ αὐτὴν ὁ προφήτης Ἠλίας ἐκράτησε τὰ νέφη καὶ δὲν ἔβρεξε τρεῖς χρόνους καὶ ἓξ μῆνας· καὶ σχεδὸν εἰπεῖν, ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀπὸ αὐτὴν ἐτιμήθησαν, ἀπὸ αὐτὴν ἠξιώθησαν τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Μὲ τὴν νηστείαν εἴθε καὶ ἡμεῖς νὰ ἀξιωθῶμεν, τώρα μὲν νὰ φθάσωμεν τὴν ἁγίαν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, νὰ λαμπροφορέσωμεν ψυχικὰ καὶ σωματικὰ καὶ νὰ ἑορτάσωμεν ὡς ἀγαπᾶ ὁ Χριστός· ἐκεῖ δε, εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα, νὰ ἀξιωθῶμεν τοῦ αἰωνίου Πάσχα, τῆς αἰωνίου χαρᾶς καὶ τῆς αἰωνίου τρυφῆς· ἀμήν».

 

Χρῆστος Σπ. Χριστοδούλου

ΑΘΗΝΑ  21-3-2007

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                                 

1. Καινὴ καὶ Παλαιὰ Διαθήκη.

2.Ὑμνολογία Σάβ. Λαζάρου καὶ Κυριακῆς Βαΐων.

3. «Ἔρως Ὀρθοδοξίας», καθηγητοῦ Π. Β. Πάσχου, ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας.

 

 

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο

25 μαρτίου, εὐαγγελισμός (ἀπόστολος)