Μ. Παρασκευή, «Μόνον δύο κατάλαβαν»

Μόνον δύο κατάλαβαν

 

Διονυσίου ᾿Ανατολικιώτου

δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς ᾿Αθηνῶν,

πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

 

Μέσα στὴν με­γάλη ἑβδομάδα, καὶ εἰδικὰ στὶς ἀκολουθίες τῆς μεγάλης Πέμπτης καὶ τῆς μεγάλης Παρασκευῆς, ὑπάρχει τεράστιος πλοῦτος βιβλι­κῶν ἀναγνωσμάτων· προφητεῖες, ψαλμοί, ἄλλα κείμενα ἐκ τῆς Παλαι­ᾶς Δια­θήκης, ἀπόστολοι καὶ εὐαγγέλια ἐκ τῆς Καινῆς· καὶ τὰ λέμε ὅλα μαζί, μέσα σὲ λίγες ὧρες, μὲ βιασύνη, μὲ κούραση, χωρὶς πολλὲς φορὲς νὰ μποροῦμε νὰ τὰ κατανο­ήσουμε καὶ νὰ ἐμβαθύνουμε στὰ νοήματα ποὺ ἔχουν· καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ποῦμε κι ἀλλιῶς.  ᾿Απὸ αὐτὸν λοιπὸν τὸν ἐν πολλοῖς ἀναξιοποίητο πλοῦτο προέρχεται τὸ σημερινὸ θέμα, ποὺ ἔχει τίτλο «Μόνον δύο κατάλαβαν» καὶ ἀναφέρεται στὴν σταύρωσι τοῦ Κυρίου· δηλαδὴ «μόνον δύο κατάλαβαν τί συνέβη πάνω στὸν σταυρό».

῾Υπάρχουν τὰ γεγονότα τῆς σταυρώσεως.  Καὶ κάθε ἄνθρωπος τὸ ἴδιο γεγονὸς τὸ ἀντιλαμβάνεται μὲ διαφορετικὸ τρόπο καὶ τοῦ δημιουργεῖ δια­φορετικὰ συναισθήματα καὶ διαφορετικὲς ἀντιδράσεις.  Τὸ ἴδιο γεγονὸς ἀλλιῶς τὸ βλέπω ἐγώ, ἀλλιῶς ὁ ἕνας, ἀλλιῶς ὁ ἄλλος.  Τὰ γεγονότα ἐδῶ εἶναι γνωστά.  Συνέλαβαν τὸν ᾿Ιησοῦ, πέρασε ἀπὸ ἕνα δικαστήριο ἰουδαϊκό, τὸ ὁποῖο ἦταν παράνομο· τὸν ἔστειλαν ἔπειτα στὸν ῾Ηρῴδη, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ διασκεδάσῃ μὲ τὸν κατηγορούμενο, περίμενε νὰ δῇ κανέναν θαυματο­ποιό, κανέναν κλόουν ἂς ποῦμε, νὰ διασκεδάσῃ τὴν βαριεστημάρα του (Λκ 23:8)· μετὰ τὸν ἔστειλαν στὸν Πιλᾶτο· ὁ Πιλᾶτος τὸν ἀνέκρινε συστηματι­κά, ἔβγαλε τὸ συμπέρασμα ὅτι ἦταν ἀθῷος, καὶ τὸν κατεδίκασεν εἰς θάνατον! (Λκ 23: 13-15, 22, 24).  ῾Ωραῖο δικαστήριο αὐτό, ἔτσι;  Κάνουμε τὴν ἀνάκρισι, ἀποδεικνύεται ἡ ἀθωότητά σου, καὶ σὲ καταδικάζουμε εἰς θάνατον!  Καὶ τὸν σεσημασμένο κακοποιό, τὸν Βαραββᾶ, ὁ ὁποῖος ἀποδε­δειγμένα ἔχει κάμει λῃστεῖες καὶ φόνο καὶ ἔνοπλη ἐπανάστασι (Λκ 23:19, ᾿Ιω 18:40), τὸν ἀφήνουμε ἐλεύθερο!  «῎Ετσι ἤθελε ὁ λαός»!  Αὐτὸ ἦταν διοι­κητικὴ ἐξουσία καὶ δικαστικὴ ἀρχή!  ῾Ο ἀθῷος λοιπὸν καταδικάζεται καὶ σταυ­ρώνεται.  Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός.  Τώρα ὑπάρχουν 4 κατηγορίες ἀν­θρώπων, 4 ὁμάδες ἀνθρώπων, ποὺ ἡ κάθε μία ἀπέναντι σ᾿ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀντι­δράει διαφορετικά.

῾Η πρώτη ὁμάδα εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μισοῦν τὸν ᾿Ιησοῦ καὶ χαίρονται γιὰ τὴν σταύρωσί του.  ῎Εχουν πολὺ μεγάλη χαρά, διότι ἐπιτέλους ἀπαλλάχτη­καν, ὅπως νομίζουν, ἀπὸ τὸν μισητό τους ἐχθρό.  Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ γραμματεῖς, οἱ φαρισαῖοι, ὁ ῾Ηρῴδης, ὁ Πιλᾶτος, οἱ ῾Ρωμαῖοι, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐξουσίας καὶ τὰ τσιράκια τους.  Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο;  ῾Ο ῾Ηρῴδης καὶ ὁ Πιλᾶτος ἦσαν μεταξύ τους ἐχθροί, δὲν μιλιοῦνταν· χάριν ὅμως τῆς περιπτώσεως τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ μίλησαν καὶ συνεργάστηκαν (Λκ 23: 12).  ᾿Επειδὴ ὁ ῾Ηρῴδης δὲν ἱκανοποιήθηκε ἀπὸ τὴν σιωπὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, λέει· «Στεῖλτέ τον στὸν Πιλᾶτο, νὰ τὸν καταδικάσῃ».  Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ μικρὸς ἡγεμών, ὁ τετράρχης τῆς Γαλιλαίας ῾Ηρῴδης, ἀναγνωρίζει ὡς διοικητικὰ ἀνώτερό του τὸν ῾Ρωμαῖο Πιλᾶτο.  Διότι τὰ ὑπόδουλα ἔθνη βρίσκονται ὑπὸ ἐπι­τροπεία· ὑπάρχουν ἐπίτροποι, οἱ ὁποῖοι ἐλέγχουν τοὺς τοπικοὺς ἡγεμόνες, τὶς τοπικὲς κυβερνήσεις καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ ὑπόδουλου ἔθνους.  ῍Η πάλι μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα, πῶς πᾶμε ἀπὸ τὸ πρῶτο δικαστήριο στὸ ἀνώτερο, στὸ ἐφετεῖο, καὶ μετὰ στὸν Ἄρειο Πάγο;  Κάτι τέτοιο.  Χάρηκε ὁ Πιλᾶτος, ποὺ μὲ αὐτὴν τὴν κίνησι ἀναγνωρίστηκε ἡ ἐξουσία του καὶ ἀπὸ τὸν ῾Ηρῴδη.  Πολιτικὰ ἀλισβερίσια ὅλα αὐτά.

Οἱ ἀρχιερεῖς ἀνέκριναν τὸν ᾿Ιησοῦ στὴν ἀρχή, ἀλλὰ τὴν τελικὴ καταδίκη τὴν ἀποφάσισε ὁ Πιλᾶτος καὶ ὄχι οἱ ἀρχιε­ρεῖς· αὐτοὶ ὅμως ἔβαλαν τὸν κόσμο νὰ κραυγάζῃ κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ.  Οἱ ἀρχιερεῖς ἦσαν οἱ ἠθικοὶ αὐτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος, ἀλλὰ φαινομενικὰ δὲν ἦσαν οἱ ἴδιοι ποὺ σκότωσαν μὲ τὸ ὅπλο τὸ θῦμα, ἄρα οἱ ἄνθρωποι εἶναι τελείως ἥσυχοι καὶ ἐλεύθεροι, καὶ μποροῦν νὰ φᾶνε τὸ πάσχα μὲ καθαρὴ τὴν συνείδησί τους (᾿Ιω 18:28).  Γι᾿ αὐτὸ χαίρονται γιὰ τὴν ἐπιτυχία τους καὶ κοροϊδεύουν τὸν ἐσταυρωμένο. «῾Ομοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες μετὰ τῶν γραμματέων καὶ πρεσβυτέρων καὶ φαρισαίων ἔλε­γον· ῎Αλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι.  εἰ βασιλεὺς ᾿Ισραὴλ ἐστί, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ».  ᾿Εὰν εἶναι, λέει, βασιλιᾶς τοῦ ᾿Ισραήλ, τώρα νὰ κατεβῇ ἀπὸ τὸν σταυρό (Μθ 27: 41-42).  «Καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ» (Μρ 15:32).  Καὶ θὰ τὸν πιστέψουμε.

Στὸ εὐαγγέλιο διαγράφονται μὲ ἄριστο τρόπο οἱ χαρακτῆρες τῶν ἀνθρώπων.  ῞Οταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἦταν δυνατὸς καὶ ἰσχυρὸς καὶ ἐκήρυττε καὶ ἔδινε τὸ φῶς στοὺς τυφλοὺς καὶ ἔβγαζε τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοὺς δαιμονι­ζομένους, δὲν εἶπαν ποτέ· «Τώρα θὰ τὸν πιστέψουμε»!  Τὸ εἶπαν ὅμως, ὅταν κατὰ τὰ φαινόμενα ὁ ᾿Ιησοῦς ἦταν ξεγραμμένος!  Εἶναι κλασ­σικὴ περίπτω­σι ψεύδους, ἀνειλικρινείας καὶ ἀπιστίας αὐτό.  Ποιό; τὸ «ἐδῶ καὶ τώρα θέλω νὰ κάμῃς θαῦμα!»  «᾿Εδῶ καὶ τώρα νὰ δῶ ἕνα θαῦμα καὶ θὰ πιστέ­ψω!»  Τόσα θαύματα εἴδατε, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι· μπροστά σας γίνονταν ἐπὶ τρία χρόνια.  Γιατί δὲν πιστέψατε; 

᾿Επειδὴ γνωρίζουν ὅτι ἀνθρωπίνως ὁ ᾿Ιησοῦς πνέει τὰ λοίσθια, εἶναι ἑτοιμοθάνατος πάνω στὸν σταυρό, τώρα λοιπὸν ἔρχονται καὶ κάνουν τὸν ἔξυπνο, καὶ τὸν προκαλοῦν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ εἶχαν λουφάξει στὰ τρία χρόνια ποὺ ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς εἶχε ἀποστομώσει μὲ τὰ κηρύγματά του καὶ μὲ τὴν ζωή του καὶ μὲ τὰ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσε.  Τώρα λοιπὸν βγαίνει ὁ φθόνος τους, τὸ κόμπλεξ τους, τὸ μῖσός τους τὸ ἀπύθμενο, διότι τὸν μισοῦσαν πάρα πολὺ τὸν ᾿Ιησοῦ (Μτθ 27:18), ἐπειδὴ ἔλεγε τὴν ἀλήθεια καὶ κήρυττε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.  Φαίνεται καὶ ἡ μικροψυχία τους καὶ ἡ θρασυδειλία τους καὶ ἡ ἀνανδρία τους.  Δὲν πᾷς πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ ἄλλου, γιὰ νὰ τὸν λοιδορήσῃς.  ῍Αν θέλῃς νὰ ἀντιμετωπίσης κάποιον, ἀντιμετώπισέ τον πρό­σωπο πρὸς πρόσω­πο, εὐθέως.  ῞Οταν πλέον δὲν ἔχῃ δύναμι, ὅταν βρίσκεται στὸν τάφο, τότε τί πᾷς νὰ κάμῃς;  παλληκαρισμούς;

Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ πρώτη κατηγορία· ἡ ὁμάδα τῶν ἀρχιερέων, τῶν φαρισαίων, τῶν γραμματέων, τῶν πολιτικῶν καὶ ἡγεμόνων τοῦ λαοῦ.  Δυστυχῶς πολλὲς φορές, ὅπως μᾶς διδάσκει τὸ εὐαγγέλιον, οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ἡγέτες εἶναι ψεῦτες, θρασύδειλοι, φθονεροί, ἠθικοὶ καὶ φυσικοὶ αὐτουργοὶ ἐγκλημάτων, ἄδικοι νομοθέται, καὶ ἄδικοι δικασταί.  Αὐτοὶ εἶναι ποὺ κατεδίκασαν τὸν ᾿Ιησοῦ ἐν γνώσει τῆς ἀθῳότητός του, καὶ χαίρονται, διότι νομίζουν ὅτι πλέον τὸν ἐξαφάνισαν. 

῾Η δεύτερη ὁμάδα εἶναι ὁ πολὺς κόσμος, ὁ ὄχλος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι ἔχει καταδικαστῆ ἕνας ἀθῷος.  Καὶ ἡ στάσι του ποιά εἶναι;  Κάνει δῆθεν τὸν ἀμέτοχο.  «Καὶ εἱστήκει ὁ λαὸς θεωρῶν» (Λκ 23:35).  Κάθονται τώρα τάχα ἀπαθεῖς.  Πρὶν ἀπὸ 6 μέρες, τὴν Κυριακὴ τῶν βαΐων, ἔλεγαν· «᾿Ωσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυίδ· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Μτθ 21:9).  ᾿Αλλὰ ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου ὁ ὄχλος οὔρλιαζε μὲ τὴν ὑποκίνησι τῶν φαρισαίων καὶ ἔλεγε· «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν»! (Ιω 19:15).  «Τὸ αἷμα αὐτοῦ νὰ πέσῃ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν»! (Μτθ 27:25).  Καὶ ἔλεγαν ἐπίσης· ᾿Ελευθέρωσέ μας τὸν Βαραββᾶν! (Λκ 23:18).  Τώρα βλέπουν τὸ ἀποτέ­λεσμα τῶν ἐνεργειῶν τους, βλέπουν πάνω στὸν σταυρὸ ἑτοιμο­θάνατο ἕναν ἀθῷο, ποὺ ἐκήρυττε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εὐεργετοῦσε τὸν λαό.  «Πάντες οἱ συμπαραγενόμενοι ὄχλοι ἐπὶ τὴν θεωρίαν ταύτην, θεωροῦντες τὰ γενόμενα», πῶς τὸν κατεδίκασαν, πῶς τὸν ἐσταύρωσαν, πῶς ἐξέπνευσε, πῶς ἁπλώθηκε τὸ σκοτάδι, πῶς ἔγινε σεισμὸς κ.λπ., «τύπτοντες ἑαυτῶν τὰ στήθη ὑπέστρεφον» (Λκ 23:48).  ῾Ο λαὸς ὁ πολὺς ἔχει τύψεις συνειδήσεως, διότι ἔχει ἐνοχές!  Εἶναι συνεργὸς σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, παρ᾿ ὅλο ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνη στοὺς ἡγέτες του μόνον.  Λυπᾶται, κλαίει, δακρύζει!  Αὐτὸς ὁ λαὸς δὲν μισοῦσε τὸν ᾿Ιησοῦ, δὲν ἤθελε πραγμα­τικὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀθῴου, ἀλλὰ ἅμα τὸν βολέψῃ γιὰ τὰ κακῶς ἐννοού­μενα συμφέροντά του, θὰ πῇ· «Δὲν πᾷ νὰ χαθῇ καὶ ἕνας ἀθῷος;  ᾿Εγὼ νὰ κάμω τὴν δουλειά μου» (᾿Ιω 11: 49-50).  Αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία.  Τώρα λοιπὸν χτυποῦν τὰ στήθη τους, καὶ ὑποφέρουν καὶ θρηνοῦν, διότι ἔγινε μιὰ μεγάλη ἀδικία, στὴν ὁποία εἶναι συνένοχοι. 

῾Η τρίτη ὁμάδα εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ ᾿Ιησοῦ· οἱ μαθητές του καὶ οἱ μαθήτριές του· οἱ ἄνθρωποι ποὺ τακτικὰ καὶ συστηματικὰ ἄκουγαν τὸ κήρυγμά του· ἐκεῖνοι ποὺ συμπαθοῦν καὶ ἀγαποῦν τὸν ᾿Ιησοῦ.  ᾿Αλλὰ καὶ αὐτοὶ πάλι δὲν εἶχαν καταλάβει ποιό ἦταν τὸ νόημα τῶν λόγων του καὶ ποιός ἦταν ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς του.  Καὶ αὐτοὶ περίμεναν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς θὰ εἶναι ἕνας ἐπίγειος βασιλεύς, ὅτι θὰ ἀναστήσῃ τὴν αὐτοκρατορία τοῦ Δαυίδ, ὅτι θὰ κάμῃ ἐπανάστασι ἐναντίον τῶν ῾Ρωμαίων.  Γι᾿ αὐτὸ τοῦ ἔλε­γαν· «῞Οταν θὰ ἔρθῃς στὴν ἔνδοξη βασιλεία σου, βάλε μας τὸν ἕναν στὰ δεξιά σου καὶ τὸν ἄλλον στὰ ἀριστερά σου» (Μρ 10: 35-41), δηλαδὴ «βάλε μας νὰ εἴμαστε τὰ πρωτοπαλλήκαρά σου», «νὰ εἴμαστε οἱ ἀντιβασιλεῖς σου».  Αὐτὸ ἐννο­οῦσαν!  τοῦ ζήτησαν τὴν ὑπαρχηγία τῆς ἐγκοσμίου βασιλείας. 

Αὐτοὶ τώρα εἶδαν νὰ χάνεται τὸ πᾶν· ἔφυγε τὸ ἔδαφος κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους.  Γι᾿ αὐτοὺς ἔγινε σεισμὸς 10 ῥίχτερ, ἄνοιξε ἡ γῆ στὰ δύο καὶ τοὺς κατέπιε!  Αὐτὸ ἔπαθαν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι.  «εἱστήκεισαν δὲ πάντες οἱ γνωστοὶ αὐτοῦ ἀπὸ μακρόθεν» (Λκ 23:49).  Ποῦ νὰ τολμήσουν νὰ πλησιάσουν.  Φοβοῦνται μὴν τοὺς συλλάβουν.  ῾Ο ᾿Ιούδας πρόδωσε τὸν δάσκαλό του.  ῾Ο Πέτρος τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορές!  Οἱ δικοί του ἄνθρωποι, οἱ γνωστοί του, οἱ μαθητές του, ὅλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει (Μρ 14:50) καὶ βρίσκον­ταν μακράν.

Κανένας λοιπὸν ἀπὸ αὐτὲς τὶς τρεῖς ὁμάδες δὲν εἶχε καταλάβει τί γινόταν ἐκείνη τὴν ὥρα πάνω στὸν σταυρό.  Κανεὶς ...ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τέταρ­τη ὁμάδα.

῾Η τέταρτη ὁμάδα ἀποτελεῖται κατὰ βάσιν ἀπὸ δύο ἀνθρώπους.  ᾿Εκείνη τὴν ὥρα ποὺ συνετελεῖτο τὸ συνταρακτικὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, μόνον δύο ἄνθρωποι τὸ κατάλαβαν.  Μόνον δύο ἄνθρωποι τὸ ἔζησαν, μόνον δύο ἄνθρωποι χαίρονταν κατὰ Θεόν, ὄχι κατὰ ἄνθρωπον.  Κι ἐμᾶς αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει. 

῾Ο πρῶτος εἶναι ὁ λῃστὴς πάνω στὸν σταυρό.  Στὴν ἀρχή, λέει τὸ εὐαγγέλιον, καὶ οἱ δύο λῃσταὶ κορόιδευαν τὸν ᾿Ιησοῦ.  «...καὶ οἱ λῃσταὶ οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν», γράφει ὁ Ματθαῖος (Μτθ 27:44).  ῎Ηξεραν οἱ λῃσταὶ ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ἦταν ἀθῷος.  ῎Εβλεπαν τώρα ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς δὲν φώναζε, δὲν διαμαρτυρόταν, δὲν ἔβριζε ποὺ τὸν καταδίκασαν καὶ τὸν σταύρωσαν, δὲν καταριόταν κανέναν, ὅπως θὰ ἔκανε ὁποιοσδήποτε ἄλλος στὴν θέσι του.  Καὶ μὲ ἕναν τρόπο, ποὖναι ἀνεξιχνίαστος, ὁ ἕνας λῃστής, ἂν καὶ ἐγκληματίας, ἂν καὶ κακοῦργος, τὰ κατάλαβε ὅλα!  Κατάλαβε ὅτι ὁ ἐσταυρωμένος ᾿Ιησοῦς ὄχι μόνον ἦταν ἀθῷος, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἤθελε καὶ τὸν σταύρωσαν.  Κατάλαβε ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶχε τὴν δύναμι νὰ μὴν ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν σταυρώσουν.  Κατάλαβε καὶ τὸ πιὸ σημαντικό, ὅτι πράγματι ὁ ᾿Ιησοῦς ἦταν βασιλιᾶς, καὶ κατάλαβε ποιά ἦταν ἡ πραγματικὴ βασιλεία του.  Πλέον αὐτὸς ὁ λῃστὴς ἀλλάζει στάσι.

Περιγράφει ὁ Λουκᾶς· «εἷς δὲ τῶν κρεμασθέντων κακούργων ἐβλασφή­μει αὐτὸν λέγων· Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς» (Λκ 23:39).  Εἴπαμε· ὅταν κάποιος ζητάῃ θαῦμα, εἶναι 1000% ἀπόδειξι τῆς ἀπι­στίας του.  ᾿Αναιδῶς μιλοῦσε αὐτὸς ὁ λῃστής.   «᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα αὐτῷ λέγων· Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ;» (Λκ 23:40)· «Δὲν φοβᾶσαι, τοῦ λέει, τὸν Θεό, ποὺ εἶσαι τὸ ἴδιο καταδικα­σμένος καὶ βρίσκεσαι σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάστασι καὶ σύ;»  Σὰν νὰ τοῦ λέῃ· «Κοροϊδεύεις ἕναν συσταυρωμένο μαζὶ μὲ σένα;  Εἶσαι καλλίτερος ἐσύ;  Δὲν κοιτᾷς τὰ χάλια σου;»  «Καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως».  «Καὶ ἐμεῖς καλὰ νὰ πάθου­με».  Βάζει καὶ τὸν ἑαυτό του μέσα· φαίνεται ἡ ταπείνωσί του.  «῎Αξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνο­μεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε. ... καὶ ἔλεγε τῷ ᾿Ιησοῦ· Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου (Λκ 23: 40-42). «Καὶ ἔλεγε», ὄχι «εἶπε».  Καὶ ἡ λεπτομέρεια στὰ εὐαγγέλια ἔχει σημασία.  ᾿Εξακολουθη­τικὸς χρόνος, συνεχόμενος.  «Καὶ ἔλεγε τῷ ᾿Ιησοῦ...»  Τὸ ἔλεγε ὅλη τὴν ὥρα.  Κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἕνας λῃστὴς κορόιδευε καὶ ἐξύβριζε τὸν ᾿Ιησοῦ, ὁ ἄλλος ἀπόπαιρνε καὶ ἐπιτιμοῦσε τὸν ὑβριστή.  Διότι δὲν λέει «ἐπετίμησεν αὐτῷ» ἀλλὰ «ἐπετίμα», τὸν ἐπιτιμοῦσε συνέχεια.  Καὶ κάθε φορὰ ὁ ἐκ δεξιῶν λῃστὴς γύριζε καὶ ἔλεγε στὸν ᾿Ιησοῦ· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». 

῞Ενας ῾Εβραῖος, ὅταν καλῇ τὸν ἄλλον «Κύριο» μὲ τὸν συγκεκριμένο τρόπο, τὸν λέει Θεό του.  ῾Επομένως ὁ λῃστὴς κατάλαβε τὴν θεότητα τοῦ ᾿Ιησοῦ! καὶ τοῦ λέει· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»!  Τὰ πίστεψε ὅλα, χωρὶς νἄχῃ ἀκούσει τὸ κήρυγμα, χωρὶς νἄχῃ δεῖ τὰ θαύματα καὶ τὶς θεραπεῖες.  ῾Ο λῃστὴς τὰ κατάλαβε ὅλα ἐκείνη τὴν στιγμὴ καὶ πίστεψε.  Εἶναι ἕνα μεγαλεῖο.  Αὐτὸς ὁ λῃστὴς ὄχι ἁπλῶς ἔκανε ἠθικὴ συμπαράστασι, ἀλλὰ ἔλεγε καὶ ὡμολογοῦσε· «᾿Εγὼ πιστεύω ἔτσι ὅπως σὲ βλέπω, καταδικασμένο σὲ ἐπονείδιστη τιμωρία, σταυρωμένο, ματωμένο, ἐγκαταλελειμμένο, ἀδύναμο, ὑβριζόμενο, λοιδορούμενο, διακωμῳδούμενο, ἀνάμεσα σὲ κακούργους, μὲ ἀκάνθινο στέφανο ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, ἑτοιμοθάνατο.  Καὶ ὅσο οἱ ἄλλοι σὲ ὑβρίζουν καὶ σὲ κοροϊδεύουν, τόσο ἐγὼ σὲ ἀναγνωρίζω ὡς θεό μου καὶ ὡς βασιλέα οὐρανίου βασιλείας, βασιλέα πραγματικὸ καὶ ἀθάνατο, βασιλέα δικό μου καὶ ὅλων τῶν πραγμάτων, βασιλέα μὲ ἐξουσία πέρα ἀπὸ τὸν θάνατο.  Πιστεύω στὴν μετὰ θάνατον ζωή.  Πιστεύω ὅτι εἶσαι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, καὶ γίνομαι δοῦλός σου καὶ ἀκόλουθός σου καὶ σὲ ὁμολογῶ αὐτὴν τὴν στιγμή».  Δὲν μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε καὶ νὰ κατανοήσουμε αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο, αὐτὴν τὴν ἀποκάλυψι, αὐτὴν τὴν ἀλήθεια.  Τὸ διαβάζουμε κάθε χρόνο, ξέρουμε ἀπ᾿ ἔξω αὐτὴν τὴν φράσι, μπορεῖ νὰ τὴν ἐπαναλαμβάνουμε καὶ κάθε ὥρα ἀκόμη, καὶ ὅμως δὲν κατανοοῦμε τὸ πραγματικὸ νόημά της.

῾Ο ᾿Ιησοῦς στὴν ἀρχὴ δὲν μιλοῦσε.  Δὲν τοῦ ἀπάντησε ἀμέσως.  Δοκί­μαζε τὴν πίστι του, νὰ δῇ, θὰ τὸ λέῃ συνέχεια;  ἢ κάποια στιγμὴ θὰ ἀπο­γοητευθῇ καὶ θὰ ἀγανακτήσῃ;  ᾿Αλλὰ ὁ λῃστὴς δὲν ἀγανάκτησε· ἐπέμενε ἐνάντια σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, κόντρα σὲ ὅλα ὅσα γίνονταν.  ᾿Επὶ τρεῖς ὧρες γίνονταν αὐτὰ πάνω στὸν σταυρὸ μὲ τοὺς δύο λῃστάς!  Καὶ ἔλεγε συνέχεια ἐπὶ πολλὴν ὥρα ὁ λῃστής· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».  Στὸ τέλος ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν ἐπιβράβευσε γιὰ τὴν ἐπιμονή του, γιὰ τὴν σταθερότητα τῆς πίστεώς του, γιὰ τὴν μεγάλη του πίστι καὶ γιὰ τὸ θάρρος τῆς ὁμολογίας του.  Καὶ τοῦ λέει· «᾿Αμὴν λέγω σοι, σήμερον...» (τοῦ διορθώνει τὸ «ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»)· «σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λκ 23:43).  «῾Ο παράδεισος εἶναι ἡ βασιλεία μου.  Καὶ ἀπὸ σήμερα, ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἐσὺ θὰ εἶσαι μαζί μου».  Τὴν ὥρα τοῦ σταυροῦ, τὴν ὥρα ποὺ τοῦ χαρίζει τὴν βασιλεία, ὁ Κύριος τὸν διδάσκει καὶ τοῦ χαρίζει καὶ τὴν πληρότητα τῆς πίστεως· διότι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πιστέ­ψῃ καὶ νὰ πῇ «Κύριον ᾿Ιησοῦν εἰμὴ ἐν πνεύματι ἁγίῳ» (1Κορ 12:3).   

῾Ο δεύτερος ἄνθρωπος τῆς 4ης ὁμάδος δὲν ἦταν κὰν ᾿Ισραηλίτης.  Διότι ὁ λῃστὴς ἦταν ᾿Ισραηλίτης, καὶ ὅσο νἄναι, κάποια προφητεία θὰ ἤξερε, γιὰ κάποιον μεσσία θὰ εἶχε ἀκούσει, τέλος πάντων κάτι θὰ γνώριζε.  ῾Ο δεύτε­ρος ὅμως ἦταν ὁ ῾Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, ποὺ ἐπέβλεπε τὴν θανάτωσι πάνω στὸν Γολγοθᾶ πλησίον τοῦ σταυροῦ.  Προφανῶς εἶχε κάμει ἐκτελέ­σεις κι ἐκτελέσεις, ἦταν πεπειραμένος σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἤξερε πολὺ καλὰ πῶς συμπεριφέρονται οἱ κατάδικοι πάνω στὸν σταυρό.  Καὶ ἐδῶ ἔβλεπε πράγματα ποὺ δὲν τὰ εἶχε ξαναδεῖ.  Βλέπει τὸν ᾿Ιησοῦ πῶς συμπε­ριφερόταν, πῶς ἀπάντησε στὸν λῃστή, πῶς τὸν κορόιδευαν οἱ ἄλλοι, τὸ σκοτάδι ποὺ ἁπλώθηκε, τὸν σεισμὸ ποὺ ἔγινε, καὶ λοιπά.  ῎Ακουσε πῶς μίλησε ὁ ᾿Ιησοῦς στὸ τέλος.  «...καὶ φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ...» (Λκ 23:46).   Φωνὴ μεγάλη;  ᾿Επὶ τρεῖς ὧρες πάνω στὸν σταυρὸ ὁ ᾿Ιησοῦς ποῦ τὴν βρῆκε τὴν μεγάλη φωνὴ ἀντὶ νὰ εἶναι ξέπνοος;  ῎Επρεπε νὰ εἶχε ἀφαιμαχθῆ, ἔπρεπε νὰ εἶχε τελείως ἀποδυναμωθῆ, καὶ αὐτὸς φωνάζει μὲ φωνὴ μεγάλη!  Αὐτὸ δείχνει ὅτι ἔχει ἀκμαῖες δυνάμεις καὶ ζωὴ μέσα του καὶ ἐξουσία τῆς ζωῆς του,

Φωνάζει μὲ μεγάλη φωνὴ καὶ λέει· «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» (Λκ 23:46).  «Πατέρα μου, στὰ χέρια σου παραθέτω τὸ πνεῦμά μου».  «Καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐξέπνευσε» (Λκ 23:46).  «Καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα» (᾿Ιω 19:30)· δηλαδὴ θεληματικὰ παρέδωσε τὸ πνεῦμά του.  ᾿Εὰν δὲν τὄκανε αὐτὸ ὁ ᾿Ιη­σοῦς, δὲν θὰ πέθαινε.  Δὲν εἶχε καμμία ἐξουσία ἐπάνω του ὁ θάνατος.  «᾿Ιδὼν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος τὸ γενόμενον»· ὁ ἑκατόνταρχος τὰ εἶδε ὅλα αὐτὰ καὶ κατάλαβε καὶ «ἐδόξασε τὸν Θεόν» (Λκ 23:47).  Ποιόν θεὸν ἐδόξασε;  Δὲν ἐδόξασε κανέναν θεὸ εἰδωλολατρικό, ψεύτικο, ἀνύπαρκτο, ἀλλὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό.  ᾿Επίστευσε στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ λέει· «῎Οντως ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος ἦν» (Λκ 23:47).  «Πραγματικὰ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀθῷος καὶ ἐνάρετος», γράφει ὁ Λουκᾶς.  Καὶ συμπληρώνει ὁ Ματθαῖος· ὁ «δὲ ἑκατόνταρχος καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ τηροῦντες τὸν ᾿Ιησοῦν» (= καὶ ὅσοι φύλαγαν τὸν ᾿Ιησοῦ μαζί του), «ἰδόντες τὸν σεισμὸν καὶ τὰ γενόμενα ἐφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες· ᾿Αληθῶς θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» (Μθ 27:54).  Νά λοιπὸν καὶ ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ποὺ κατάλαβε.  Κατά­λαβε ὅτι ὅλα ἔγιναν γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ «ἐδόξασε τὸν Θεόν». 

Μόνον δύο ἄνθρωποι κατάλαβαν.  Μόνον δύο ἄνθρωποι ἐβίωσαν τὸ θαῦμα καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς μεγάλης Παρασκευῆς.  Τὸ Πάσχα μας ξεκινάει ἀπὸ τὴν μεγάλη Παρασκευή· συνεχίζεται τὸ μέγα Σάββατο καὶ κορυφώ­νε­ται τὴν Κυριακὴ τῆς ἀναστάσεως, ποὺ εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωσις τοῦ Πάσχα.  ᾿Εμεῖς κάθε μεγάλη Παρασκευὴ πρέπει νὰ αἰσθανώμαστε χαρά, ὄχι νὰ κλαῖμε· νὰ χαιρώμαστε, ὅπως χάρηκε ὁ λῃστής· καὶ νὰ δοξάζουμε τὸν Θεόν, ὅπως τὸν ἐδόξασε ὁ ῾Ρωμαῖος.  Θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε ὡς παράδειγμα τὴν στάσι τοῦ λῃστοῦ καὶ τοῦ ἑκατοντάρχου.  Αὐτοὶ εἶναι τὰ πρότυπά μας.  Αὐτοὶ οἱ δύο ἄνθρωποι συγκροτοῦν τὴν 4η ὁμάδα, ἡ ὁποία ἔζησε τὰ γεγο­νότα τῆς σταυρώσεως ὅπως ἤθελε ὁ Θεός. 

  

* Παρουσιάστηκε τὸ πρῶτον ὡς διάλεξις τὸ ἔτος 2010 καὶ ἔκτοτε παρουσιάζεται σὲ διάφορες ἐκκλησιαστικὲς συνάξεις ἐντὸς ἢ ἐκτὸς λατρευτικῶν ἀκολουθιῶν.

«᾿Εκκλησιολόγος», φ. 310, Πάτραι, σάββατον 27/4/2013.

Συμβολή, 1/5/2013. http://www.symbole.gr/litlif/theho/leme/1127-onlytwo

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο

25 μαρτίου, εὐαγγελισμός (ἀπόστολος)