Ἀπόστ. Γ΄ Κυρ. Πάσχα, «Τὸ παράδειγμα τῶν ἀποστόλων»

Τὸ παράδειγμα τῶν ἀποστόλων

Γ΄ Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα (μυροφόρων) (Πρξ 6:1-7)

 

῾Ο ἱερὸς συγγραφεὺς τῶν Πράξεων, εὐσεβεῖς χριστιανοί, μᾶς πληροφορεῖ σήμερον ὅτι οἱ πρῶτοι πιστοὶ τῆς ἐκκλησίας, οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ἀμέσως μετὰ τὴν ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα τῶν μαθητῶν ηὔξανον εἰς βαθμὸν ἱκανοποιητικόν. «Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις», γράφει, «πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους...» Πόθεν ἄραγε ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος τόσον πολὺ ἐπλήθυνεν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νὰ δημιουργοῦνται ζητήματα διὰ τὸν τρόπον τῆς διευθετήσεως τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονταν εἰς τὴν πρώτην κοινότητα τῶν χριστιανῶν; Τὸ πρῶτον αἴτιον τῆς ἐπιστροφῆς των εἶναι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία χάρις ἀφοῦ εὑρῆκε τοὺς ἀξίους νὰ τὴν δεχθοῦν, ἐπέστρεφεν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν πλάνην τῆς ἀρνήσεως τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ καὶ τὰ θαύματα τὰ ὁποῖα ἐπραγματοποιοῦσαν οἱ ἀπόστολοι προδιέθεταν τὴν ψυχήν των, διὰ νὰ δεχθοῦν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως. Ἐπιπλέον καὶ ἡ δύναμις τοῦ θείου λόγου, τὴν ὁποία κατὰ θεῖον δώρημα ἔλαβαν οἱ ἀπόστολοι, ἔσυρε ὡς μαγνήτης τὰς ψυχὰς τῶν ἀκροατῶν εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο ὑπέρλαμπρον φῶς ἐφώτιζε τὸν δρόμον τῶν καλοπροαίρετων ἀκροατῶν τῶν ἀποστόλων. ῏Ησαν αἱ πολλαὶ καὶ μεγάλαι ἀρεταὶ τῶν ἀποστόλων, τὰς ὁποίας ἐπιδείκνυαν εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ἰδιωτικῆς καὶ δημόσιας ζωῆς των. Εἶναι ὁμολογουμένως μεγάλη ἡ δύναμις τῆς ἀρετῆς τοῦ χριστιανοῦ, διότι διδάσκει τοὺς ἄλλους κατὰ τρόπον ἄμεσον καὶ πρακτικὸν καὶ ἀφήνει χωρὶς ἀπολογία ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ κατηγορήσουν τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ. «Οὕτω λαμψάτω», εἶπεν ὁ Κύριος, «τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Μτθ. 5:16).

Διδάσκει τὸ παράδειγμα

Οἱ ἄνθρωποι ζητοῦν πάντοτε νὰ διαπιστώσουν ἐὰν ὁ διδάσκαλος τῶν ἀληθειῶν τοῦ εὐαγγελίου εἶναι καὶ τηρητὴς αὐτῶν. Καθὼς δὲ τὸ φῶς τῶν καλῶν ἔργων δίδει ἀφορμὴν εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ δοξολογοῦν τὸν Θεόν, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον φωτίζει καὶ τοὺς ἄπιστους νὰ στρέψουν τὸ ἐνδιαφέρον στὴν ἐπίγνωσι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπίδρασι τοῦ παραδείγματος καὶ τῶν καλῶν ἔργων ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὰ εἶναι ἔργα τῆς θείας χάριτος. Ἐπιπλέον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰ βλέπουν αἰσθάνονται ἢ ἔλεγχο συνειδήσεως ἢ κατάνυξιν καρδίας ἢ ἐπιθυμία μιμήσεως ἢ διάθεσι νὰ ὑπακούσουν εἰς ὅσα λέγει καὶ διδάσκει ὁ ἐργάτης τοῦ εὐαγγελίου. Ὅταν βλέπουμε τὴν ἁγιότητα τῶν ἔργων τῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ διαδίδουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, συμπεραίνουμε ὅτι καθὼς ἅγια εἶναι τὰ ἔργα των, ἔτσι ἀληθινὰ καὶ ἅγια εἶναι καὶ ὅσα διδάσκουν· ὅσον δὲ περισσότερη εἶναι ἡ ἀρετή, τόσον περισσότερον εἶναι καὶ τὸ φῶς ποὺ ἐκπέμπουν, καὶ ἑπομένως τόσον περισσότερος εἶναι καὶ ὁ φωτισμός. Ἐπειδὴ δὲ στὴν ἐποχὴ τῶν ἀποστόλων περισσότερον ἀπὸ ἄλλοτε ἔλαμψε τὸ φῶς τῶν θεάρεστων ἔργων, διὰ τοῦτο πλῆθος πολὺ τότε ἀνθρώπων ἐφωτίσθη διὰ τοῦ εὐαγγελίου καὶ προσετέθη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.

Ἔβλεπαν τότε οἱ ἄνθρωποι τόσην καθαρότητα εἰς τὰ ἤθη τῶν ἀποστόλων, τόση περιφρόνησι τῶν ἐπιγείων, τόσην ἀγάπην εἰς τὸν πλησίον, τόσην ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχούς, τόσην ἀρετὴν εἰς ὅλα τὰ ἔργα τῶν ἀποστόλων. Ἡ πρώτη ἐκκλησία ἦτο ἕνα οὐράνιον κοινόβιον, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς εἶχεν ἰδικήν του περιουσίαν, «ἀλλ᾿ εἶχον ἅπαντα κοινά». Διέθεταν τόσην ὁμόνοιαν, τόσην ἀγάπην καὶ συμφωνίαν, ὥστε ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ ὅλου ἐκείνου τοῦ πλήθους ἐφαίνετο μία. Μοναδικὴ φροντίδα καὶ μέριμνα εἶχαν οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ πῶς νὰ ἀρέσουν στὸν Κύριο καὶ πῶς νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ἀδελφοὺς δι᾿ ἔργων ἀγάπης καὶ εὐποιίας. Καὶ ἦσαν ἕτοιμοι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ θυσιάσουν καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ζωήν των διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου καὶ τῶν συνανθρώπων των.

Τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ τῶν ἄλλων πρώτων χριστιανῶν πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς πολλὰς σκέψεις καὶ ἐρωτηματικὰ διὰ τὸ πῶς φερόμεθα σήμερον ὅλοι οἱ χριστιανοὶ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐὰν μὲν οἱ συνθῆκες τῆς ἐποχῆς μας καὶ ἡ ἐπέκτασι τῆς ἐκκλησίας δὲν διευκολύνουν στὸ νὰ ἀντιγράψωμεν τὴν ζωὴν τῶν ἀποστόλων, ἐντούτοις εἶναι τόσο πολλὰ καὶ τόσο μεγάλα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Ἡ θερμὴ πίστις, ἡ ἁγιότης τοῦ βίου, ὁ ἱεραποστολικὸς ζῆλος, ἡ ἀγάπη, ἡ ἑνότης, ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ εἶναι θαυμαστὰ συστατικὰ τῆς ζωῆς ὅλων τῶν χριστιανῶν πάσης ἐποχῆς. Ἰδιαιτέρως ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι ἔχουμε ἀνάγκη ἑνότητος εἰς τὴν ἔκφρασι τοῦ γνησίου φρονήματος τῆς ὀρθοδοξίας καὶ εἰς τὴν πραγμάτωσιν ἐκκλησιαστικῶν ἔργων ἀγάπης καὶ προνοίας. Διὰ νὰ ἐπιτευχθοῦν ὅλα αὐτὰ ἀπαραίτητον στοιχεῖον τῆς ζωῆς μας πρέπει νὰ εἶναι ἡ χριστοκεντρικότης, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως αἰσθανόμεθα κατὰ τὰς ὥρας τῆς θείας λατρείας ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστόν

Πόσον ἠγάπησαν οἱ ἀπόστολοι τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν, τὸν θεῖον διδάσκαλον καὶ σωτῆρα, εἶναι πολὺ φανερὸν καὶ εἰς τοὺς λόγους των καὶ εἰς τὰ ἔργα των. Διαρκὴς φροντίς των ἦτο ἡ διδασκαλία τοῦ εὐαγγελίου. Χάριν αὐτοῦ ἄφησαν καὶ τὴν πατρίδα καὶ τὰ σπίτια καὶ τοὺς φίλους καὶ τοὺς συγγενεῖς καὶ ὅλα ὅσα εἶχαν· ἀνέλαβαν μακρὰς ὁδοιπορίας, ἐδοκίμασαν ποικίλους κινδύνους καὶ κακουχίας, διωγμοὺς καὶ ραβδισμούς, καὶ περιφρονήσαντες τέλος καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν των παρέδωκαν ἑαυτοὺς εἰς θάνατον. Οὐδεμία δύναμις ἦτο ἱκανὴ νὰ τοὺς χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζει τὸ φρόνημα ὅλων τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου, ὅταν γράφῃ· «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; ...πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα, οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. 8:35,38-39).

Τὴν ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσι ποὺ εἶχε ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι πρὸς τὸν Χριστὸν ὀφείλουμε νὰ δείξουμε καὶ ἡμεῖς, ἂν θέλουμε νὰ φέρουμε ἐπαξίως τὸ ἅγιό του ὄνομα. Ἔχουμε καθῆκον νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ ἐνστερνισθῶμεν τὴν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου. Αὐτὴ θὰ ἀποτελῇ τὸν ὁδηγὸ κάθε σκέψεως, κάθε ἐκδηλώσεως καὶ κάθε ἐνεργείας εἰς τὴν ζωή μας. Καὶ φροντίς μας συνεχὴς θὰ εἶναι πῶς καὶ οἱ συνάνθρωποί μας θὰ γνωρίσουν τὴν διδασκαλίαν τοῦ Κυρίου καὶ θὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ αὐτήν. Τὸ ἔργο μας αὐτὸ εἶναι καὶ εὔκολο καὶ δύσκολο· γίνεται εὔκολο, ὅταν τὸ προσωπικό μας παράδειγμα ἐμπνέει καὶ ἐνισχύει ἐκείνους ποὺ θὰ θελήσουν νὰ βιώσουν τὴν διδασκαλία τοῦ εὐαγγελίου· εἶναι ὅμως πολὺ δύσκολο, ὅταν οἱ δικές μας ἀδυναμίες καὶ ἀσυνέπειες γίνονται ἐμπόδιο καὶ σκάνδαλο. Διότι εἶναι πολὺ φυσικὸν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν γνωρίζουν μίαν ἀλήθειαν νὰ ἐξαρτοῦν τὴν ἀξία της ἀπὸ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον συμπεριφέρονται οἱ ὀπαδοί της. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ μεγάλη μας εὐθύνη ἔναντι τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀδελφῶν μας. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται καὶ δὲν ἀγαπᾷ τὸν ἀδελφόν του δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαπᾷ οὔτε τὸν Θεόν, τὸν δημιουργὸ καὶ πατέρα ὅλων μας.

Ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, ὁ Κύριας μᾶς θέλει συνεργάτες του εἰς τὸ μέγα ἔργον τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Μᾶς ἐπιτάσσει καὶ ἀναμένει τὴν συμβολή μας, διὰ νὰ δοξάζουν κάποτε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὸ ἅγιο ὄνομά του· «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Μτθ. 5:16). Ἔχουμε χρέος νὰ δεχθῶμεν μὲ ἐνθουσιασμὸν τὴν μεγάλην αὐτὴν τιμὴν ποὺ μᾶς κάμνει ὁ Θεὸς νὰ γίνουμς συνεργάτες του, βέβαιοι ὄντες ὅτι ἀποβλέποντες εἰς τὴν σωτηρίαν τῶν ἀδελφῶν μας ἐξασφαλίζουμε καὶ τὴν δική μας λύτρωσι. Θὰ συναντήσουμε βεβαίως δυσκολίες καὶ ἐμπόδια πολλὰ στὴν προσπάθεια μας αὐτήν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λιποψυχήσουμε οὔτε πρὸ τῶν προσωπικῶν μας ἐλλείψεων καὶ ἀδυναμιῶν οὔτε πρὸ τῆς ἀδιαφορίας ἢ σκληροκαρδίας τῶν ἀδελφῶν μας, διότι ἡ θεία χάρις θὰ φωτίσῃ καὶ ἡμᾶς καὶ αὐτοὺς νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν ἐπίγνωσι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ· ἀμήν.

Ἀρχιμ. Α.Δ.Ρ.

 

«Φωνὴ Κυρίου», ἔτος 18, φύλλο 19 (887), Κυριακὴ 10 μαΐου 1970.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

῾Ο Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου

Σχετικὰ μὲ τὸ ἱστολόγιο

25 μαρτίου, εὐαγγελισμός (ἀπόστολος)