Ψαλμὸς 6, στίχοι 4-7
Οἱ δύο παράγοντες τῆς σωτηρίας μας
Ψαλμὸς 6, στίχοι 4-7
Οἱ στίχοι 4-7 τοῦ Ψαλμοῦ 6 (σὲ ἄλλες ἐκδόσεις οἱ ἴδιοι στίχοι ἀριθμοῦνται 5-8) ἔχουν ὡς ἀκολούθως.
(4) ᾿Επίστρεψον, Κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου,
σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους σου·
(5) ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου·
ἐν δὲ τῷ ᾅδῃ τίς ἐξομολογήσεταί σοι;
(6) ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου,
λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου,
ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω.
(7) ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου,
ἐπαλαιώθην ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς μου.
῾Ερμηνεία
(4) Γύρνα τὸ πρόσωπό σου πρὸς ἐμένα, Κύριε, γλίτωσε τὴν ζωή μου,
σῶσε με μὲ τὴν εὐσπλαγχνία σου.
(5) Διότι μετὰ τὸν θάνατο κανένας δὲν μπορεῖ νὰ σὲ θυμᾶται,
ὅπως καὶ μὲς στὸν ᾅδη δὲν θὰ ὑμνῇ κανένας τὸ ὄνομά σου.
(6) Ἐξαντλήθηκα ἀναστενάζοντας (γιὰ τὴν ἀθλιότητά μου).
Κάθε νύχτα λούζω (ἀπὸ τὰ δάκρυα) τὸ κρεβάτι μου
καὶ μὲ τὰ δάκρυά μου μουσκεύω τὸ στρῶμα μου.
(6) Τὸ φῶς στὰ μάτια μου ἀργοσβήνει, ὅταν σκέπτωμαι τὸν θυμό σου,
φαίνομαι γερασμένος μπροστὰ σὲ ὅλους τοὺς ἐχθρούς μου.
Στοὺς στίχους αὐτούς, σὲ αὐτὸ τὸ κομμάτι τῆς θερμῆς προσευχῆς, τὸν Δαυὶδ τὸν ἀπασχολεῖ μὲ ὅλη του τὴν σοβαρότητα τὸ πρόβλημα τῆς σωτηρίας. Ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς του ἐξέρχεται μία κραυγή, ποὺ φθάνει στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴν τὴν σωτηρία τὴν στηρίζει σὲ δύο βασικοὺς παράγοντες· ὁ ἕνας εἶναι τὸ ἔλεος καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ. Οἱ οἰκτιρμοὶ καὶ ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ στοιχεῖο ποὺ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπαραίτητος ὁ θεῖος παράγοντας. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως μόνον αὐτός, προκειμένου νὰ σωθῇ ἕνας ἄνθρωπος. Ὅσο καὶ ἂν οἱ οἰκτιρμοὶ καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ πολιορκοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἂν ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δὲν θελήσῃ, ἀλλὰ συνεχίσῃ ὅπως ὁ σκαντζόχοιρος νὰ περιτυλίσσεται στὸν ἑαυτό του, τότε ἡ σωτηρία του εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ. Βεβαίως ὁ Θεὸς «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀλήθειας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. 2:4). Ὁ Κύριός μας προκειμένου νὰ θεραπεύσῃ τὸν παράλυτο, τὸν ἐρωτᾷ· «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» ῾Ο Θεὸς σέβεται τὴν θέλησι τοῦ ἀνθρώπου καὶ σὲ καμμία περίπτωσι δὲν τὴν παραβιάζει.
Γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου χρειάζεται ὁ θεῖος παράγοντας ἀλλὰ καὶ ὁ ἀνθρώπινος. Τὸ ἔλεος καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ μία μεριά, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ θέλησι τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ μεταφράζεται σὲ μετάνοια εἰλικρινῆ. Ἐκεῖ ὅπου συναντᾶται ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ ἔλεος καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ ἔχουμε ἕνα θαυμαστὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἀναφέρεται στὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
῾Η εἰλικρινὴς καὶ ἀποφασιστικὴ μετάνοια ἑλκύει πάντοτε τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ. Ἡ μετάνοια ἐπαναφέρει τὸν πλανηθέντα ἄνθρωπο στὴν εὐθεῖα ὁδό. Ἡ μετάνοια ἀποκαθιστᾷ τὶς διαταραγμένες σχέσεις τοῦ πλάσματος μὲ τὸν πλάστη, γαληνεύει τὴν ταραγμένη συνείδησι καὶ ἀνοίγει τὶς πύλες τοῦ ἀπείρου ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Ἡ μετάνοια φωτίζει τὴν σκοτεινιασμένη σκέψι τοῦ ἀνθρώπου, καθαρίζει τὴν λερωμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ψυχὴ καὶ χαρίζει στὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα στοιχεῖα γιὰ μία ψυχὴ ποὺ παλεύει στὴ θάλασσα τῶν παθῶν καὶ κινδυνεύει νὰ πνιγῇ στὰ κύματα τῆς ἀπελπισίας. Ἡ μετάνοια δημιουργεῖ τὸν πνευματικὸ δίαυλο στὸ ἔλεος καὶ στὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ μοναδικὴ δύναμι ποὺ ἀνοίγει τὶς πύλες τοῦ παραδείσου καὶ χαρίζει στὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο τὴν σωτηρία καὶ τὴν λύτρωσι. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ δεύτερο βάπτισμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἡ ρερυπωμένη ψυχὴ ἐξέρχεται λουσμένη καὶ καθαρὴ καὶ φωτισμένη ἀπὸ τὴν θεία χάρι.
Βεβαίως ὅταν γίνεται λόγος γιὰ μετάνοια, δὲν ἐννοοῦμε τὴν μετάνοια τῆς γλώσσης, ἡ ὁποία ἀρκεῖται σὲ ὀλίγα λογάκια συγγνώμης χωρὶς κανένα ἀποφασιστικὸ καὶ θετικὸ γνώρισμα. Μετάνοια σημαίνει ὀρθὴ διάγνωσις τῆς πνευματικῆς μας καταστάσεως, ἀληθὴς συναίσθησις τῆς ἁμαρτωλότητος καὶ ἀμετάκλητος ἀπόφασις νὰ θέσουμε τέρμα στὸν ἁμαρτωλὸ δεσμό, ποὺ κατὰ παράβασι τοῦ θείου νόμου δημιουργήσαμε. Μετάνοια σημαίνει οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ στὴν ζωή μας καὶ στροφὴ 180 μοιρῶν, καὶ μαχαῖρι σὲ κάθε ἁμαρτωλὸ δεσμὸ μὲ ἡρωικὴ ἀπόφασι νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἀδελφέ μου, τὸ πρόβλημα τῆς σωτηρίας μας, τὸ μέγιστο ὅλων τῶν προβλημάτων μας, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν δική μας ἀπόφασι νὰ ζήσουμε σὲ μία συνεχῆ καὶ ἀδιάκοπη μετάνοια. Ὅλη μας ἡ ζωὴ πρέπει νὰ εἶναι μία πορεία μετανοίας. Διότι μόνον ἔτσι μποροῦμε νὰ ἀποσπάσουμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα στοιχεῖα γιὰ τὴν σωτηρία μας.
«Λυδία», τεῦχος 137, μάιος 1984.
Γιὰ τοὺς σκοποὺς τῆς παρούσης δημοσιεύσεως διαμορφώθηκε καταλλήλως ἡ ἀρχὴ καὶ διασκευάστηκαν ἐλαφρῶς, κυρίως γλωσσικῶς, λίγα σημεῖα τοῦ κειμένου (῾Ομιλιάριον Συμβολῆς).