Μαΐου 2, μεγάλου ᾿Αθανασίου
Ἕνας γίγας τῆς ᾿Ορθοδοξίας
Μαΐου 2, ᾿Αθανασίου ἀρχιεπισκόπου ᾿Αλεξανδρείας
῾Ο ᾿Αθανάσιος μετὰ τὰ θλιβερὰ ἐκεῖνα ἐπεισόδια ποὺ ἐδημιούργησαν οἱ ἐχθροί του εἰς βάρος του μέσα στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Θεωνᾶ κατὰ τὴν διάρκεια ὁλονυκτίου ἀγρυπνίας χάνει τὸν θρόνο του καὶ κρύβεται πότε στὴν ᾿Αλεξάνδρεια καὶ πότε στὰ πολυπληθῆ μοναστήρια τῆς Αἰγύπτου. Ἡ καταδίωξί του καὶ ἡ ἀναζήτησί του εἶναι ἐπίμονη. Πολλὲς φορὲς κινδύνεψε νὰ συλληφθῇ. Λέγεται ὅτι κάποτε, γιὰ νὰ γλιτώσῃ, παραπλάνησε τοὺς στρατιῶτες ποὺ τὸν καταδίωκαν καὶ τὸν ἀναζητοῦσαν. Ἐνῷ ἔφευγε μὲ μία βάρκα, οἱ στρατιῶτες τὸν ἔφτασαν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν τὸν γνώρισαν, τὸν ρώτησαν ἂν εἶδε τὸν ᾿Αθανάσιο, κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε· «Προχωρῆστε μπροστά· τρέξτε καὶ θὰ τὸν φτάσετε». Ἔτσι τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ στραφῇ πρὸς ἄλλη κατεύθυνσῃ καὶ διέφυγε τὴν σύλληψί του. Ἐπὶ 6 συνεχῆ ἔτη κρυβόταν μὲ τὴν βοήθεια τῶν πνευματικῶν του τέκνων καὶ τῶν ἐρημιτῶν πατέρων, ποὺ ἰδιαίτερα τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν σέβονταν.
Ὅταν πέθανε ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος καὶ στὸν θρόνο ἀνῆλθε ὁ ᾿Ιουλιανὸς ὁ παραβάτης, τερματίζεται γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ καὶ ὁ διωγμὸς τοῦ ᾿Αθανασίου. Ὁ ᾿Ιουλιανὸς γιὰ νὰ δείξῃ ὅτι εἶναι ἀνεξίθρησκος, ἐπέτρεψε σὲ ὅλους τοὺς ἐξορίστους ἐπισκόπους νὰ ἐπιστρέψουν στὶς ἐπισκοπές τους. Μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἐπιστρέφει καὶ ὁ ᾿Αθανάσιος. Δὲν ἄργησε ὅμως ὁ ᾿Ιουλιανὸς νὰ ἀποκαλύψῃ τὸ ἀληθινό του πρόσωπο καὶ νὰ δείξῃ τὶς ἀληθινές του διαθέσεις. Εἰδωλολάτρης μέχρι τὸ μεδοῦλι τῶν κοκάλων του, φανατικὸς θαυμαστὴς τῶν ἀρχαίων θεῶν, δὲν μποροῦσε νὰ ἀνεχθῇ τὸ κῦρος, τὴν δύναμι, τὸ θάρρος, τὴν λάμψι, καὶ προπαντὸς τὴν ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκοῦσε ὁ ᾿Αθανάσιος ἀνάμεσα στὸν λαό. Γι᾿ αὐτὸ τὸν κατηγοροῦσε συνεχῶς καὶ τὸν ἀποκαλοῦσε «ἐχθρὸν τῶν θεῶν», «ἀνθρωπίσκον» καὶ «κοινὸν ἐγκληματίαν», διότι τόλμησε νὰ βαπτίσῃ γυναῖκες εἰδωλολάτρισσες καὶ νὰ τὶς κάνῃ χριστιανές.
Μὲ ἀφορμὲς αὐτὰ τὰ γεγονότα ὁ ᾿Ιουλιανὸς διατάσσει τὴν ἐξορία τοῦ ᾿Αθανασίου. Ἡ καινούργια ἀπομάκρυνσι προκαλεῖ βαθιὰ αἴσθησι καὶ ἀναστάτωσι στὸν λαό. Οἱ πιστοὶ μὲ κλαυθμοὺς καὶ θρήνους ἀποχωρίζονται καὶ πάλι τὸν πνευματικό τους πατέρα. Καὶ ὁ ᾿Αθανάσιος ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν εὐσεβῆ λαὸ εἶπε· «Θαρσεῖτε· νεφύδριον γὰρ ἐστὶ καὶ θᾶττον (τάχιστα) παρελεύσεται». Καὶ πάλι ἡ ἀγαπητοί του Θηβαΐδα μὲ τοὺς μοναχούς της γίνεται τὸ καταφύγιό του. Ἡ νέα του δοκιμασία παίρνει τέλος εὐθὺς μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ᾿Ιουλιανοῦ τοῦ παραβάτου (26 ᾿Ιουνίου 363).
Μία νέα δοκιμασία περνᾷ ἐπὶ αὐτοκράτορος Οὐάλη, ποὺ ἦταν φίλος τοῦ ἀρειανισμοῦ. Ὁ λαὸς ὅμως ὑποστηρίζει δυναμικὰ τὸν ἐπίσκοπό του ᾿Αθανάσιο καὶ ἀπειλεῖ μὲ ἐπανάστασι. Ἔτσι ὁ πολύαθλος ἀρχιεπίσκοπος ᾿Αλεξανδρείας ὕστερα ἀπὸ 5 ἐξορίες καὶ σκληροὺς ἀγῶνες γιὰ τὸν θρίαμβο καὶ τὴν δόξα τῆς ᾿Ορθοδοξίας παρέμεινε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του ἄκαμπτος καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ ἤθελαν νὰ ὑποσκάψουν τόσο ὕπουλα τὰ θεμέλια τῆς ᾿Ορθοδοξίας.
Ὁ ᾿Αθανάσιος ἂν καὶ ἔζησε πολυτάραχο βίο, ἐν τούτοις ἀνεδείχθη καὶ πολυγράφος συγγραφεύς. Δυστυχῶς ἀπὸ ὅσα ἔγραψε ἐλάχιστα σῴζονται μέχρι σήμερα. Γιὰ τὸν φόνο ποὺ γίνεται στὸν πόλεμο ὁ μέγας ᾿Αθανάσιος λέγει· «Φονεύειν οὐκ ἔξεστιν. ᾿Αλλ᾿ ἐν πολέμῳ ἀναιρεῖν τοὺς ἀντιπάλους καὶ ἔννομον καὶ ἐπαίνου ἄξιον... ἀφίεταί τι καὶ συγκεχώρηται».
Ἡ τελευταία πνοὴ καὶ ὁ τελευταῖος χτύπος τῆς καρδιᾶς του τὸν βρίσκει πάνω στὸ πηδάλιο τῆς ἐκκλησίας. Ὁ ᾿Αθανάσιος ἐξῆλθε τοῦ ματαίου τούτου κόσμου καὶ ἀνῆλθε στοὺς οὐρανούς. Ἡ ἐκκλησία μᾶς τιμᾷ τὴν μνήμη του δύο φορὲς τὸν χρόνο, στὶς 18 Ἰανουαρίου καὶ στὶς 2 Μαΐου.
Ἀδελφέ μου, τὸ ὅτι ἡ ὀρθοδοξία μας στάθηκε ὄρθια καὶ δὲν ἔπεσε στὸν γκρεμὸ τῶν αἱρέσεων στὴν κρίσιμη ἐκείνη ἐποχὴ ὀφείλεται κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος στοὺς συνεχεῖς καὶ ἀδιάκοπους ἀγῶνες τοῦ ἀσυμβίβαστου ἱεράρχου ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αθανασίου. Γι᾿ αὐτὸ δικαίως ἡ ᾿Εκκλησία μας τιμᾷ τὴν μεγάλη αὐτὴ μορφὴ ποὺ σὰν γενναῖος στρατιώτης ἔπεσε στὶς ἐπάλξεις τῆς ᾿Ορθοδοξίας, δίδοντας σὲ ὅλους μας τὸ παράδειγμα πὼς πρέπει ὀρθοδόξως νὰ πιστεύουμε καὶ χάριν τῆς φιλτάτης ᾿Ορθοδοξίας νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι καὶ τὴν ζωή μας ἀκόμη νὰ θυσιάσουμε.
«Λυδία», τεῦχος 101, μάιος 1981